Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Η κλοπή του Μπιγκ Μπεν

Η κλοπή του Μπιγκ Μπεν
Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΚΟΥΔΕΑ*
Οσοι λένε πως τα μοιραία γεγονότα συμβαίνουν με αξιομνημόνευτο τρόπο έχουν συνήθως δίκιο. Τη μέρα εκείνη, στο Λονδίνο, συνέβησαν ταυτόχρονα δύο γεγονότα που εντυπωσίασαν τους πάντες. Πρώτον, ένας υπέρλαμπρος ήλιος στάθηκε στη μέση του ουρανού και η μουντή, γκρίζα πρωτεύουσα άρχισε να θυμίζει Μεσόγειο.
Δεύτερον, ώρα δωδεκάτη μεσημβρινή, η καμπάνα του Μπιγκ Μπεν σίγησε. Ολοι ένιωσαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μιας και οι χτύποι του διάσημου ρολογιού συντόνιζαν τον παλμό της πόλης, υπήρξε μια άνευ προηγουμένου δυσφορία. Παρατηρήθηκαν αναίτιες καθυστερήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, αναβολές και ακυρώσεις επαγγελματικών ραντεβού, εριστικότητα στη συμπεριφορά των εργαζομένων, αναστάτωση στο πλήθος των τουριστών. Μια ανεξήγητη νευρικότητα κατέλαβε τους οδηγούς των αυτοκινήτων, που μετατράπηκε σε διαπληκτισμούς και φιλονικίες με έτερους οδηγούς αλλά και με διερχόμενους περαστικούς, κάνοντας για λίγο το Λονδίνο να μοιάζει με τριτοκοσμική πόλη.
Οι βουλευτές διέκοψαν τη συνεδρίαση για την άνοδο στις τιμές των υγρών καυσίμων και κοίταξαν απορημένοι το Μπιγκ Μπεν απ' τα παράθυρα του Κοινοβουλίου.
Μαρμάρωσαν.
Το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές του επιβλητικού πύργου είχαν κάνει φτερά.
Εξαλλος ο πρωθυπουργός, απεσύρθη απ' τη συνεδρίαση κι επικοινώνησε με τον υπεύθυνο ασφαλείας του Γουέστμινστερ, ζητώντας να μάθει τι είχε συμβεί. Πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία που ήταν επιφορτισμένη με τη συντήρηση και την άψογη λειτουργία των ρολογιών είχε διαπιστώσει σοβαρή βλάβη στους χάλκινους λεπτοδείκτες, με αποτέλεσμα να κατεβάσει τα ρολόγια απ' τον πύργο και να τα πάει εσπευσμένα στην τεχνική υπηρεσία προκειμένου να τα συντονίσει εκ νέου. Ο υπεύθυνος ασφαλείας είχε λάβει τη διαβεβαίωση ότι τα ρολόγια θα είχαν επιστραφεί στις δώδεκα ακριβώς, ούτως ώστε οι χτύποι της καμπάνας να μεταδοθούν απ' το ραδιόφωνο του BBC, όπως συνέβαινε ανελλιπώς απ' το 1923. Ψέλλισε ότι προσπαθούσε εδώ και κάμποση ώρα να επικοινωνήσει με την εταιρεία, όπως και με τους δύο άντρες που είχε στείλει για συνοδεία, αλλά δεν μπορούσε να βρει κανέναν.
Φίδια έζωσαν τον πρωθυπουργό.
«Πάρε τους άντρες σου κι όσους αστυνομικούς μπορείς και τρέξε να τους βρεις», ούρλιαξε στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Οταν, με τα πολλά, οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα της εταιρείας, βρήκαν τους υπαλλήλους της δεμένους πισθάγκωνα, όπως και τους δύο συνοδούς που είχε στείλει ο υπεύθυνος ασφαλείας. Τους έλυσαν και με κομμένη την ανάσα έμαθαν πως είχαν δεχτεί επίθεση από κουκουλοφόρους. Είπαν ότι τους είχαν αιφνιδιάσει, τους είχαν ακινητοποιήσει χρησιμοποιώντας όπλα, τους είχαν δέσει με επιδέξιες κινήσεις και είχαν εξαφανιστεί παίρνοντας λεία τις πλάκες με τα πολύτιμα ρολόγια.
«Πιθανότατα ήταν οι ίδιοι που με ηλεκτρονικό τρόπο δημιούργησαν τη "βλάβη" στους λεπτοδείκτες», συμπέρανε ο αρχι-ωρολογοποιός. «Αλλιώς πώς ήξεραν ότι θα το φέρναμε εδώ;»
Ολόκληρη η αστυνομική δύναμη του Λονδίνου τέθηκε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Δόθηκε εντολή ν' αποκλειστούν οι έξοδοι απ' την πόλη και στήθηκαν μπλόκα στις κεντρικές αρτηρίες ερευνώντας εξονυχιστικά κάθε μικρού ή μεγάλου κυβισμού όχημα. Οι επικεφαλής της επιχείρησης υπέθεσαν ότι ήταν θέμα χρόνου να βρεθούν τα ρολόγια, τα οποία εκτός από υπερμεγέθη ήταν και υπέρβαρα. Δεν μπορούσε, για παράδειγμα, να τα χώσει κανείς σε μια τσάντα ή σε κάποια βαλίτσα και να περάσει απαρατήρητος. Εκτός κι αν τα έσπαγε σε μικρότερα κομμάτια, αλλά τη φρικαλεότητα αυτή δεν ήθελε να τη σκέφτεται κανείς. Ποιος βάρβαρος θα έσπαγε τέτοια έργα τέχνης;
Οι πρώτες κρίσιμες ώρες κύλησαν βασανιστικά. Αποτέλεσμα μηδέν, παρά την τεράστια κινητοποίηση. Πέρασε το πρώτο εικοσιτετράωρο, πέρασε και το δεύτερο, χωρίς ίχνος των ρολογιών. Οι επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών προέβησαν σε αλλεπάλληλες συσκέψεις και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η κλοπή είχε σχεδιαστεί με προσοχή και είχε εκτελεστεί με ακρίβεια από έμπειρους επαγγελματίες. Τούτο απομάκρυνε την υποψία που είχε αρχικά διατυπωθεί, ότι δηλαδή η κλοπή ήταν έργο εξτρεμιστικής οργάνωσης, ίσως κάποιου πυρήνα από μουσουλμάνους τρομοκράτες που δρούσε εντός της βρετανικής επικράτειας.
Το νέο της κλοπής των ρολογιών διαδόθηκε αμέσως.
«Μας άφησαν τουλάχιστον την καμπάνα», είπαν οι πλέον φλεγματικοί.
Η φράση «είναι σαν το Λονδίνο χωρίς το Μπιγκ Μπεν» έγινε του συρμού στα φόρουμ του Ιντερνετ και στις παρέες των νέων, προκειμένου να καταδειχτεί το μέγεθος της απώλειας κάποιου.
Οι μέρες περνούσαν και το Μπιγκ Μπεν παρέμενε βουβό. Δημιουργήθηκε μείζον ηθικό και συναισθηματικό πρόβλημα, καθώς ο τεράστιος κώδωνας και τα ρολόγια του αποτελούσαν το σήμα κατατεθέν της πόλης. Ρίχτηκε στο τραπέζι η πρόταση ν' αντικατασταθούν τα κλεμμένα ρολόγια από νέα, μέχρι τουλάχιστον να βρεθούν τα αυθεντικά. Κάποιοι ωστόσο θεώρησαν την πρόταση αυτή σαν ομολογία ήττας, καθώς ισχυρίζονταν ότι «ούτε οι Δίδυμοι Πύργοι στη Νέα Υόρκη αντικαταστάθηκαν όταν έπεσαν». Τελικά, ύστερα από μια πολυτάραχη ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο, η πρόταση ν' αντικατασταθούν τα απολεσθέντα ρολόγια απορρίφθηκε.
Στο μεταξύ, άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες φήμες. Ελεγαν ότι πίσω απ' τη ληστεία κρυβόταν ένας τετραπέρατος Ελληνας, ο Θωμάς Ελγινόπουλος, γνωστός ως «λόρδος» για την τρυφηλή ζωή του και τους εκλεπτυσμένους τρόπους του. Ο «λόρδος» είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για σωρεία αδικημάτων, αλλά είχε ξεφύγει απ' τη Δικαιοσύνη ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Το ενδιαφέρον ήταν ότι θεωρούσε τον εαυτό του λάτρη της τέχνης και προστάτη των πολιτιστικών μνημείων της ανθρωπότητας, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένας κοινός απατεώνας. Οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν, με αποτέλεσμα να ξεθωριάσουν και να μισοξεχαστούν. Δεν πέρασε λίγος καιρός όταν οι φήμες ξαναφούντωσαν, επίμονες αυτή τη φορά. Ελεγαν πως ο Ελγινόπουλος διαπραγματευόταν το πολύτιμο υλικό του με Σαουδάραβες σεΐχηδες, αλλά και με επίσημες κυβερνήσεις. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ακούστηκε ότι είχε παραδώσει το «πακέτο» σε άγνωστο αποδέκτη εισπράττοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό και ότι είχε χαθεί απ' την πιάτσα. Ολ' αυτά, βέβαια, δεν ξέφευγαν απ' το επίπεδο της διασποράς φημών.
Τις μέρες εκείνες κάτι περίεργο συνέβη στην Αθήνα. Ενα θεόρατο ορθογώνιο κτίσμα άρχισε να κατασκευάζεται στον χώρο πλάι στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Ξεκίνησε από μια τρύπα μεγάλη σαν ηφαιστειακό κρατήρα και σύντομα μεταβλήθηκε σε πύργο ύψους 107 μέτρων. Το κτίσμα ολοκληρώθηκε σε χρόνο-ρεκόρ με μια προέκταση στην κορυφή που θύμιζε πυραμίδα. Οι περαστικοί είδαν μια καμπάνα βάρους 14 τόνων να μεταφέρεται στο εσωτερικό του και τέσσερις πλάκες με διάμετρο 7,5 μέτρα να τοποθετούνται πλησίον της κορυφής.
Τη στιγμή που οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν τη δωδεκάτη μεσημβρινή, ο μεγαλειώδης κώδωνας ήχησε δώδεκα φορές και η δόνησή του μεταδόθηκε σαν χτυποκάρδι στην πόλη. Την επόμενη κιόλας στιγμή άρχισε να ψιλοβρέχει.
Η Αθήνα είχε αποκτήσει το δικό της Μπιγκ Μπεν.
Δε χρειαζόταν να είναι κάποιος ειδικός για να διακρίνει πως τα ρολόγια στον νεόδμητο πύργο των Αθηνών ήταν εκείνα που είχαν κλαπεί λίγο καιρό πριν απ' το Λονδίνο. Το νέο έκανε αμέσως τον γύρο της υφηλίου κι έγινε πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων. Δημοσιογράφοι απ' όλο τον κόσμο μετέδιδαν πυρετωδώς το σημαντικό γεγονός και προέβλεπαν ότι οι σχέσεις των δύο χωρών θα περνούσαν μακρά περίοδο δοκιμασίας.
Φυσικά, η αγγλική κυβέρνηση δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Ο υπουργός Εξωτερικών Μελ Μέρκιουρι -ευθυτενής και όμορφος σαν ηθοποιός- στηλίτευσε απερίφραστα το γεγονός.
«Η κλοπή των ρολογιών απ' το Μπιγκ Μπεν», είπε, «είναι η πλέον αναίσχυντη ιεροσυλία που διαπράχθηκε ποτέ. Καταγγέλλω τον Θωμά Ελγινόπουλο και τους συνεργούς του για τη λεηλασία των βρετανικών μνημείων, αλλά και την ελληνική κυβέρνηση η οποία λειτούργησε ως κλεπταποδόχος. Ενας τρόπος υπάρχει να επανορθωθεί το κακό. Να επιστραφούν τα ρολόγια στην κοιτίδα τους. Σ' αυτό αποσκοπούν οι δικές μας προσπάθειες και των φίλων μας στο εξωτερικό».
Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν λακωνική. «Τα ρολόγια αποκτήθηκαν με νόμιμα μέσα και ανήκουν στη δικαιοδοσία του κράτους».
Πλήθος διανοουμένων απ' την Ελλάδα και την Ευρώπη συντάχθηκε με την ιδέα της επιστροφής των ρολογιών στην πατρίδα τους και συγκεντρώθηκαν εκατοντάδες υπογραφές. Η απάντηση των ελληνικών αρχών ήταν χαρακτηριστική της υπεροψίας και του κυνισμού που τους διέκρινε.
«Τα ρολόγια δεν αποτελούν εθνικό ζήτημα. Είναι μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς».
Ο Μελ Μέρκιουρι θεώρησε το χρέος του ιερό κι έθεσε σκοπό της ζωής του να επιστραφούν τα κλεμμένα ρολόγια στη Βρετανία. Οι προσπάθειές του, ωστόσο, κατέληξαν σε αποτυχία. Η άλλη πλευρά ήταν ανυποχώρητη, αταλάντευτη, αδιαπραγμάτευτη. Στο τέλος ο οραματιστής πολιτικός έφυγε απ' τη ζωή με το παράπονο, χωρίς να δει το όνειρό του να πραγματοποιείται.
Πρόσφατα, ως ένδειξη καλής θέλησης, η διευθύντρια επικοινωνίας του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης Αννα Μπόλτογλου δήλωσε με περισσή ευκρίνεια: «Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι διατεθειμένα να δανείσουν τα ρολόγια για τρεις μήνες, αν η εγγλέζικη κυβέρνηση αναγνωρίσει ότι ανήκουν στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως και φροντίσει για την ασφαλή μεταφορά τους».
Η απάντηση που εισέπραξε ήταν ένα κατηγορηματικό «όχι».
* Συγγραφέας. Ζει στην Αθήνα κι εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Το 'πε ο παπαγάλος...


Καλησπέρα σας,
το νέο άρθρο στο ιστολόγιο Πολιτική Ανάλυση, ασχολείται με τους νέους φόρους και την αναπτυξιακή στρατηγική (?) της χώρας... "Το 'πε ο παπαγάλος"

Η αναδημοσίευση είναι ελεύθερη (με αναφορά στην πηγή)

Τα σχόλια είναι πάντα ευπρόσδεκτα και μας βελτιώνουν όλους...

Σας ευχαριστώ για την υποστήριξη

Γιώργος Φακίτσας
politikianalisi.blogspot.com

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Τον κόσμο που υποφέρει γιατί δεν τον σκέφτονται;


ΝΙΚΟΣ ΖΙΑΚΚΑΣ 80χρονος συνταξιούχος
«Τον κόσμο που υποφέρει γιατί δεν τον σκέφτονται;»
Των ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ, ΜΑΡΙΑΣ ΜΥΤΑ
«Αναποδογύρισε τη ζωή του. Πριν ήταν καταθλιπτικός και δυστυχισμένος, τώρα είναι δυστυχισμένος και καταθλιπτικός», σημείωνε ένας δημοσιογράφος παρουσιάζοντας έναν άστεγο σε κάποια φτωχογειτονιά της Αμερικής. Παρ' ότι τα φέρνει δύσκολα βόλτα, δεν νιώθει δυστυχής ο ογδοντάχρονος Νίκος Ζιάκκας, ο οποίος περνά τον μήνα του με μια σύνταξη που δεν φτάνει τα 500 ευρώ. Χαμογελά και ελπίζει. Οχι γιατί σήμερα «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Φτώχειας» κάποιοι θα τον θυμηθούν. Στωικός και θυμόσοφος, παρ' ότι βασανισμένος, αισιοδοξεί ότι θα αλλάξουν τα πράγματα. Την ώρα που το 60% των Ελλήνων φοβούνται ότι μπορεί τα επόμενα χρόνια να περιέλθουν σε κατάσταση φτώχειας. Κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού του εκεί στη φιλόξενη Σοφοκλέους, στο στέκι του Δήμου Αθηναίων μοιράστηκε μαζί μας την αγωνία του.
Κύριε Νίκο, πώς είναι εδώ;«Είναι λειτούργημα αυτό που κάνει το Ιδρυμα. Είναι σαν μια ζεστή αγκαλιά. Νιώθεις σαν να ζεις με οικογένεια. Μας προσφέρουν πολλά».


Αγάπη και φροντίδα, τα εισπράττετε εδώ;«Είμαι ανατολίτης και αυτό τα λέει όλα! Η μάνα μου μάλιστα ήταν από το Αϊβαλί. Εμαθα να δίνω αγάπη αλλά πήρα και αρκετή. Η αγάπη είναι πολύ μεγάλο πράγμα αλλά συγχρόνως πολύ δύσκολο. Τη γυναίκα μου τη λάτρεψα και εκείνη το ίδιο. Περάσαμε πάρα πολύ όμορφα μαζί και δεν το αλλάζω με τίποτα αυτό. Σαφώς και αγαπήθηκα. Βαδίζω με μια κουβέντα που είχε πει κάποτε η Ευαγγελία μου, "το παρελθόν στηρίζει το μέλλον"... Φροντίδα βλέπω μεγάλη από το Ιδρυμα, αν και έχω μάθει να φροντίζω και μόνος μου τον εαυτό μου. Η οικογένειά μου ήταν πολύ δεμένη. Θυμάμαι μαζευόμασταν το Πάσχα, τις γιορτές όλοι μαζί και κάναμε τρικούβερτο γλέντι. Ερχονταν και οι φίλοι μου και γινόταν χαμός. Ωραία χρόνια. Δεν χρειαζόταν να φέρουν πολλά πράγματα, με λίγα και καλά, αρκεί να υπήρχε καλή παρέα».



Πώς κυλάει η μέρα σας, κύριε Νίκο;«Ξυπνάω το πρωί, πίνω τον καφέ μου στο δωμάτιο ή στο σαλόνι κάτω μαζί με τους άλλους. Συνήθως κάθομαι στο δωμάτιο, διότι δεν μπορώ να μένω πολλές ώρες όρθιος. Εχω πάρει ειδική άδεια γι' αυτό εξάλλου. Τώρα σε ό,τι αφορά τις ασχολίες, βλέπω τηλεόραση ή διαβάζω. Βέβαια, υπάρχουν φορές που κοιτώ παλιές φωτογραφίες και αναπολώ τα παλιά. Αλλά δεν γίνεται να σκέφτομαι συνέχεια το παρελθόν γιατί δεν μου κάνει καλό. Ξαπλώνω τα βράδια, μου έρχονται στο μυαλό όλα και στενοχωριέμαι. Εχω μάθει όμως να τα απωθώ, γιατί ήδη έχω περάσει ένα οξύ έμφραγμα από τη στενοχώρια και ζω με βηματοδότη».



Η τηλεόραση δείχνει την πραγματικότητα;«Βλέπω τηλεόραση για να περάσει η ώρα μου. Πολύ απλά, αδιαφορώ. Οπως λένε, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Η σημερινή κοινωνία δεν είναι όπως τη θυμάμαι πριν από 20-30 χρόνια που ήμουν και νεότερος. Τα πράγματα έχουν αλλάξει και μάλλον προς το χειρότερο. Οταν ήμασταν εμείς νέοι, σεβόμασταν τον άλλον».



Τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης πώς τα βλέπετε;(κουνά το κεφάλι)Είδατε σήμερα (χθες) τον πρωθυπουργό από τις Βρυξέλλες; Θα θέλατε να σχολιάσετε αυτό που είπε: «Η Ελλάδα υφίσταται τον αντίκτυπο της κρίσης, ωστόσο δείχνουμε μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυναμική»;«Ας έρθουν εδώ...»



Τι συζητούν οι φίλοι σας;«Κρατάμε μονάχα τη φιλοξενία και την αγκαλιά αυτής της Στέγης. Εξω έχουν αγριέψει τα πράγματα. Δεν ήταν έτσι, ακούμε πως θα έρθουν χειρότερα. Τον κόσμο που υποφέρει γιατί δεν τον σκέφτονται;»



Αθηναίος είστε;«Πειραιώτης. Γεννήθηκα στο Τζάνειο. Εκεί μεγάλωσα. Παντρεύτηκα την αγαπημένη της καρδιάς μου, Ευαγγελία, και αποκτήσαμε την Ανθούλα. Τη γυναίκα μου δυστυχώς την έχασα πριν από 12 χρόνια. Την κόρη μου έχω να τη δω πέντε χρόνια τώρα. Από τότε είμαι ολομόναχος. Την πάντρεψα και της έδωσα όλη την περιουσία που είχα, την οποία είχα αποκτήσει με την επιχείρησή μου ως πουκαμισάς στην οδό Ευριπίδου και Αιόλου. Μιλάμε για ένα τεράστιο οικόπεδο, κοντά στο δάσος Χαϊδαρίου, το οποίο είχε πανέμορφη θέα και ένα μεγάλο σπίτι. Το έγραψα στην κόρη μου κρατώντας την επικαρπία εγώ. Την πάντρεψα με τον εκλεκτό της, και προτού πεθάνει η σύζυγός μου με έπεισαν να παραχωρήσω την επικαρπία στο παιδί μου. Αυτό ήταν και το μεγάλο μου λάθος τελικά. Μια μέρα η κόρη μου, πάνε πέντε χρόνια τώρα, μου είπε: "Πατέρα, μέχρι το Σάββατο να έχεις μαζέψει τα πράγματά σου, αλλιώς θα τα πετάξω έξω". Τα μάζεψα και έφυγα, κουβέντα δεν είπα».



Εκτός από το Ιδρυμα πάτε κάπου αλλού;«Αμέ, είχαμε πάει στον Αγιο Ανδρέα το καλοκαίρι. Είχαμε μαζευτεί περί τα 1.000 άτομα και ήταν υπέροχα. Χάρηκα πολύ, μάλιστα με βράβευσαν γιατί έπαιξα κιθάρα με τη χορωδία που είχαμε δημιουργήσει. Ξεχνιέμαι με κάτι τέτοια. Βλέπω καμιά φορά στον δρόμο πιτσιρίκια και συγκινούμαι.Είμαι τελείως μόνος. Βλέπω έρχονται στους άλλους, τους επισκέπτονται και εγώ δεν έχω κανέναν. Ούτε συγγενείς. Γιατί αν ζούσε ο μεγάλος μου αδερφός δεν θα βρισκόμουν εδώ. Οι φίλοι μου έφυγαν. Εχω μεγαλώσει αρκετά». Ανάβει τσιγάρο, ρουφά βαθιά τον καπνό, σηκώνει τα μάτια με πατρική στοργή.«Να χαμογελάτε, με όλα όσα μου έχουν συμβεί συνεχίζω να χαμογελάω που είμαι όρθιος. Κάθε μέρα που ξημερώνει λέω "ευχαριστώ" και συνεχίζω πιο πέρα...». *
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 17/10/2008
© Copyright 2008 X.K. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Τι μας λείπει...



Γεια σας,
το νέο άρθρο στο ιστολόγιο Πολιτική Ανάλυση, ασχολείται με τους λόγους που οι νέοι απέχουν από την πολιτική... Μπορείτε να το διαβάσετε, κάνοντας κλικ ΕΔΩ

Τα σχόλιά σας είναι πάντα ευπρόσδεκτα

Σας ευχαριστώ για την υποστήριξη

Γιώργος Φακίτσας

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Η Απατηλή Λάμψη της Σαϊεντολογίας

Επικίνδυνη αίρεση, σατανική παγκόσμια συνωμοσία, ή πολύ κακό για το τίποτα; Μια ψύχραιμη έρευνα σ’ αυτό που είναι η περιβόητη Σαϊεντολογία σήμερα.




Esquire, Μάιος 2006


Η σάλα του Novotel της Αχαρνών είναι μισοσκότεινη, με την οθόνη προβολής να αποτελεί τη μόνη φωτεινή πηγή, και είναι γεμάτη με καρέκλες που κοιτάζουν προς την οθόνη, αλλά μόνο οι μισές είναι γεμάτες, με μερικές δεκάδες Σαϊεντολόγους που παρακολουθούν την προβολή σιωπηλά, σχεδόν ευλαβικά. Δεν μοιάζουν ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι, ούτε τρελοί, ούτε παρανοϊκοί, ούτε σατανικοί. Δεν ψάλλουν ύμνους, δεν κοιτάζουν τριγύρω, δεν μιλούν μεταξύ τους, μόνο παρακολουθούν το DVD μιας εκδήλωσης που έγινε στην Αμερική λίγες μέρες νωρίτερα, στις 13 Μαρτίου του 2006, μιας εκδήλωσης πολύ επίσημης, με τον ηγέτη της Εκκλησίας Ντέιβιντ Μισκάβιτζ να μιλά από το πόντιουμ, και μετά έναν ιστορικό να παρουσιάζει απίστευτα ασήμαντες και εξαντλητικά βαρετές λεπτομέρειες από τη ζωή του ιδρυτή της Σαϊεντολογίας Λ. Ρον Χάμπαρντ, και από κάτω τον Τζον Τραβόλτα, τη Τζένα Έλφμαν και εκατοντάδες ακόμα πιστούς με τα καλά τους να χειροκροτούν όρθιοι στο τέλος κάθε βίντεο. Οι θεατές του Novotel παρακολουθούν την οθόνη σιωπηλοί, και κάποιοι μοιάζουν συγκινημένοι, και στο τέλος κάθε βίντεο χειροκροτούν κι αυτοί, και στο τέλος του πρώτου μέρους, όταν ακούγεται η φωνή του Χάμπαρντ, ένα ηχογραφημένο voice over πάνω από ηλιοβασιλέματα και παχουλά σύννεφα, οι Έλληνες Σαϊεντολόγοι που έχουν συγκεντρωθεί εδώ, αυτή τη μέρα, την 1η Απριλίου, τη μέρα γενεθλίων του ιδρυτή της Εκκλησίας τους, σηκώνονται όρθιοι και χειροκροτούν την οθόνη προβολής και το DVD που παίζει, με βουρκωμένα μάτια.



Ο Λαφαγιέτ Ροναλντ Χάμπαρντ, γεννημένος το 1911, ήταν ένας συγγραφέας ιστοριών επιστημονικής φαντασίας με εξωγήινους και τέρατα, τις οποίες πουλούσε σε φτηνά pulp περιοδικά τη δεκαετία του ’40. Σύμφωνα με τη βιογραφία του συναδέλφου του Λόιντ Έσμπαχ, ο Χάμπαρτ δήλωσε στα τέλη εκείνης της δεκαετίας: «Θα ήθελα να ξεκινήσω μια θρησκεία. Εκεί είναι τα πολλά λεφτά».
Το 1950 γνώρισε την επιτυχία όταν το βιβλίο του «Διανοητική», ένα εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης 700 σελίδων έγινε best seller. Δύο χρόνια αργότερα, ο Χάμπαρντ ξανάγραψε τη Διανοητική εισάγοντας την ιδέα της Σαϊεντολογίας, που υποσχόταν όχι απλά την λύση των προβλημάτων του ατόμου, αλλά την ουσιαστική βελτίωση των χαρακτηριστικών του. Το 1954 ιδρύθηκε η πρώτη εκκλησία της Σαϊεντολογίας: Ο εκκεντρικός κοκκινομάλλης λάτρης των ταινιών του Χόλιγουντ και του αποκρυφισμού είχε πια την δικιά του, προσωπική θρησκεία.
Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε ακριβώς «θρησκεία».
Η Σαϊεντολογία βασίζεται στην ιδέα ότι όλα τα προβλήματα του ανθρώπου, ψυχικά και σωματικά, είναι το αποτέλεσμα της «Αντιδραστικής Διάνοιας», το τμήμα της διάνοιας που δεν ελέγχεται από τη θέληση του ατόμου. Τα φάρμακα και η ψυχοθεραπεία θεωρούνται όχι απλά αναποτελεσματικές θεραπείες, αλλά ξεκάθαρα επικίνδυνες και η χρήση τους απαγορεύεται. Για τη Σαϊεντολογία, όλα τα προβλήματα βασίζονται στην ψυχή, και λύνονται με το ώντιτινγκ, μια θεραπεία κατά την οποία ένας ειδικός (ώντιτορ) συζητά με τον ασθενή/πιστό/πελάτη για τα προβλήματά του. Το ώντιτινγκ γίνεται συνήθως με τη βοήθεια του «ηλεκτρόμετρου», μια συσκευή που μοιάζει με τον ανιχνευτή ψέματος και μετρά τα μικρά ηλεκτρικά φορτία του σώματος, κατά τη διάρκεια της κουβέντας. Έτσι ο ώντιτορ ξέρει πότε αυτός που έχει απέναντί του λέει αλήθεια ή ψέματα. Ένα μοναδικό χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει τη Σαϊεντολογία από όλες τις άλλες θρησκείες του κόσμου είναι το ότι χρεώνει όλες –μα όλες- τις λειτουργίες που παρέχει στους πιστούς. Τα ώντιτινγκ προσφέρονται σε κομμάτια των 12,5 ωρών, και τα αρχικά στάδια στις ΗΠΑ κοστίζουν 750 δολάρια, ενώ στην Ελλάδα είναι πολύ πιο φτηνά, μόλις 175 ευρώ. Όσο προχωρά ο νέος «πιστός», όμως, τα πράγματα περιπλέκονται, και οι θεραπείες κοστίζουν όλο και περισσότερο, φτάνοντας τα 8000 και 9000 δολάρια στην Αμερική. Στην Ελλάδα, η εξέταση για ΟΤ ΙΙΙ κόστιζε 4 εκ. δραχμές το 1995.
OT σημαίνει Operating Thetan, δηλαδή Ενεργός Θήτα, και είναι ο στόχος όλων των Σαϊεντολόγων. Μετά από ατέλειωτα ώντιτινγκ (και πολλές χιλιάδες ευρώ) ο υποψήφιος θα φτάσει σ’ αυτό το στάδιο, που υποτίθεται ότι σημαίνει πως κατέχει εξαιρετικές πνευματικές δυνατότητες. Υπάρχουν 8 επίπεδα OT –ο Τομ Κρουζ είναι ΟΤ VII, στο προτελευταίο στάδιο δηλαδή. Το πιο δύσκολο είναι το OTIII, γιατί όποιος φτάσει εκεί αποκτά το δικαίωμα να μάθει τα μυστικά του σύμπαντος.
Ένα άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό της Σαϊεντολογίας που δεν συναντάται σε καμία άλλη θρησκεία, είναι το ότι αποκρύπτει βασικά στοιχεία του δόγματός της από τους πιστούς. Πράγματι, αν και δεν στο λένε στην αρχή, η Σαϊεντολογία έχει δόγμα, μια ιστορία δημιουργίας για το πώς φτιάχτηκε ο κόσμος, τι είναι ο άνθρωπος κλπ. Πρέπει να φτάσεις στην πολύ υψηλή (και πανάκριβη) βαθμίδα OTIII για να τη μάθεις, ωστόσο, ένα μυστικό που η Εκκλησία φυλούσε με νύχια και με δόντια, μέχρι που διέρρευσε στο Ίντερνετ και το έμαθε όλος ο κόσμος. Αυτοί που φτάνουν στο ΟΤΙΙΙ παίρνουν έναν φάκελο που περιέχει, με λεπτομέρειες, την ιστορία του σύμπαντος και της ανθρωπότητας.
Είναι μια ιστορία με εξωγήινους.



Πριν από 75 εκατομμύρια χρόνια ένας σατανικός άρχοντας, ο Ξένου, ήλεγχε 76 πλανήτες στο μέρος του γαλαξία που βρίσκεται η γειτονιά μας. Οι πλανήτες ήταν πυκνοκατοικημένοι και παρηκμασμένοι, ωστόσο, οπότε ο Ξένου μάζεψε τα 13,5 τρισεκατομμύρια εξωγήινων που τους κατοικούσαν και τους έφερε όλους στη Γη, και τους πέταξε στα ηφαίστεια στα οποία έριξε μετά βόμβες με αποτέλεσμα να εκραγούν όλα ταυτόχρονα και να πεθάνουν όλοι. Οι ψυχές των νεκρών εξωγήινων, που ονομάστηκαν «Θήτα», πέταξαν στον ουρανό της Γης για να πέσουν στις ηλεκτρονικές παγίδες του Ξένου, ο οποίος ενέθεσε στο άυλο μυαλό τους τις ψεύτικες δοξασίες περί Θεού, Χριστού και οργανωμένων θρησκειών. Πολλές από αυτές τις ψυχές στη συνέχεια στοίχειωσαν τα ανθρώπινα όντα. Ο καθένας μας, δηλαδή, είναι μια ψυχή ενός αδικοχαμένου εξωγήινου παγιδευμένη σε ένα ανθρώπινο σώμα. Ή περισσότερες από μία. Μπορεί στο κορμί σας αυτή τη στιγμή να συμβαίνει μια εξωγήινη παρτούζα ξαναμμένων Θήτα. Κανείς δεν ξέρει.
Η Εκκλησία που πρεσβεύει αυτές τις μπούρδες αυτοπροβάλλεται ως «η πιο ραγδαία αναπτυσσόμενη θρησκεία του κόσμου», μιλά για 10.000.000 μέλη, ενώ κάποιοι υπολογίζουν την περιουσία της (κυρίως σε real estate, την αγαπημένη επένδυση των θρησκειών) να φτάνει τα δισεκατομμύρια δολάρια. Η αλήθεια μοιάζει να είναι πολύ διαφορετική, όμως. Σύμφωνα με μια έρευνα του City University της Νέας Υόρκης, το 2001 οι άνθρωποι που δήλωναν Σαϊεντολόγοι στις ΗΠΑ δεν ήταν περισσότεροι από 55.000. Ψύχραιμες εκτιμήσεις μιλούν για 100-200.000 μέλη παγκοσμίως, ενώ ακόμα και με στοιχεία της ίδιας της εκκλησίας, στις διδασκαλίες της Εκκλησίας του Κλίαργουότερ της Φλόριντα, της ανεπίσημης «πρωτεύουσας» της Σαϊεντολογίας, συμμετείχαν λίγο περισσότεροι από 6000 άνθρωποι το 2004 –από 11.210 το 1989. Στην Ευρώπη, φυσικά, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, καθώς στα περισσότερα κράτη η Σαϊεντολογία δεν αναγνωρίζεται ως θρησκεία και διώκεται, με αποτέλεσμα στη Γερμανία ή τη Γαλλία να είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Στη δε Ελλάδα, τα μέλη που είδα στην (σημαντική, υποτίθεται) εκδήλωση για τα γενέθλια του Χάμπαρντ σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνούσαν τα εκατό. Η αιτία για την καταφανή και παταγώδη αποτυχία της εκτός ΗΠΑ είναι φυσικά οι διώξεις της από τις απανταχού αρχές, τις οποίες η οργάνωση παρουσιάζει ως άδικες και ρατσιστικές. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, ωστόσο, και η Σαϊεντολογία δεν είναι μια αθώα θρησκεία που απλά προσπαθεί να διδάξει τα πιστεύω της ελεύθερα και δημοκρατικά.



Ο Αντώνης Μποσνακούδης είναι ένας φαλακρός διοπτροφόρος δημοσιογράφος γεμάτος ενέργεια, που μιλάει παθιασμένα για το θέμα της Σαϊεντολογίας, ένα θέμα που έχει μελετήσει καλά. Ήταν ο ίδιος μέλος του Κέντρου Εφαρμοσμένης Φιλοσοφίας Ελλάδος, του περιβόητου ΚΕΦΕ, που ήταν στην πράξη η ελληνική «Αποστολή» της Εκκλησίας της Σαϊεντολογίας, μέχρι που αποπέμφθηκε, όπως υποστηρίζει ο ίδιος στο βιβλίο του, «Μισθοφόροι της Νέας Τάξης» (εκδ. Πελασγός) «λόγω της δημοσιογραφικής του ιδιότητας». Μου περιγράφει την εικόνα μιας οργάνωσης δαιδαλώδους και μοχθηρής, που προσπαθεί να ελέγξει το νου των μελών της, έχει μυστηριώδεις διασυνδέσεις σε υψηλά πόστα και ασκεί σκοτεινή επιρροή σε σημαντικά κέντρα. Αν και αυτά μοιάζουν λίγο υπερβολικά, η αλήθεια είναι ότι η Σαϊεντολογία από την αρχή αντιμετώπισε διώξεις και προβλήματα από τις αρχές των χωρών στις οποίες δραστηριοποιήθηκε, ακόμα και χωρών ανεκτικών σε μειονοτικές ιδεολογίες και μικρές θρησκείες.
Στην Αμερική τα προβλήματα άρχισαν από πολύ νωρίς. Το 1963 η FDA κατάσχεσε εκατοντάδες ηλεκτρόμετρα, και σύντομα ο Χάμπαρντ θα αναγκαζόταν να μεταφέρει την έδρα της στην Αγγλία, και στη συνέχεια, όταν έγινε σαφές ότι κανένα δυτικό κράτος δεν θα νομιμοποιούσε την παρουσία της «θρησκείας» του στο έδαφός της, σε ένα μικρό στόλο σκαφών, που έκαναν το γύρο του κόσμου, μακριά από τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους –και οποιασδήποτε εφορίας. Ταυτόχρονα, άρχισαν τα αντίμετρα. Το FBI σε εφόδους του στα γραφεία της οργάνωσης στην Ουάσινγκτον βρήκε και κατάσχεσε μηχανισμούς υποκλοπών, εργαλεία διαρρήξεων και 90000 σελίδες εγγράφων. Έντεκα αξιωματούχοι της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης της τρίτης γυναίκας του Χάμπαρντ, πήγαν φυλακή. Στην Ευρώπη η παρουσία της είναι μηδαμινή (αν και δυσανάλογα θορυβώδης) εξαιτίας των διώξεων που δεν στρέφονται κατά της θρησκευτικής της υπόστασης, αλλά κατά των πρακτικών που ακολουθεί. Για να διερευνήσουμε αυτές τις πρακτικές, καλό θα είναι να ρίξουμε μια ματιά στην πρόσφατη ιστορία της οργάνωσης στην Ελλάδα, όταν αναγκάστηκε να τα βάλει με την πανίσχυρη δύναμη που λέγεται Ελληνικό Σόι.



Η Ντόρα Αποστολοπούλου ήταν μια νεαρή και δραστήρια κοπέλα όταν έπιασε δουλειά στο ΚΕΦΕ. Πολύ σύντομα οι σχέσεις της με την οικογένειά της άρχισαν να δοκιμάζονται. Η Ντόρα έγινε μέλος της Εκκλησίας της Σαϊεντολογίας και, αντί να βγάζει, άρχισε να απομυζά χρήματα από τους δικούς της. Στη συνέχεια ήρθαν οι εντάσεις, οι τσακωμοί, με αποκορύφωμα την ανακοίνωση της Ντόρας ότι θα πάει ταξίδι με το σκάφος της οργάνωσης, που αλώνιζε τους ωκεανούς του κόσμου «εκπαιδεύοντας» τα μέλη, και ενίοτε μεταφέροντας τον Τομ Κρουζ και τον Τζον Τραβόλτα στις διακοπές τους. Ο πατέρας Ανδρέας Αποστολόπουλος πήρε την κατάσταση στα χέρια του, και μπούκαρε στα γραφεία του ΚΕΦΕ στην Πατησίων, με ένα συνεργείο του ΤΗΛΕ ΤΩΡΑ στο κατόπι, και τα έκανε λίμπα.
Αυτή ήταν η αρχή του τέλους για το ΚΕΦΕ.
Τα δεξιά –και στη συνέχεια, όλα- τα μέσα έπαιξαν το θέμα, και ο εισαγγελέας επενέβη, κάνοντας τρεις εφόδους στην έδρα του ΚΕΦΕ, κατάσχοντας χιλιάδες σελίδες υλικό.
Ήταν υλικό εκπληκτικό.
Ο Αντώνης Μποσνακούδης, που παρακολούθησε την υπόθεση από κοντά και συμπεριέλαβε πολλά από τα έγγραφα που κατασχέθηκαν στο βιβλίο του, μου έδειξε αρκετά εντυπωσιακά στοιχεία. Υπήρχαν καταγραφές εξομολογήσεων που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια ώντιτινγκ ενός υψηλόβαθμου στελέχους της Εκκλησίας χρόνια πριν, που ανέφερε μεταξύ άλλων πότε έχασε την παρθενιά της, πόσες φορές έκανε έρωτα «από πίσω» με το σύντροφό της, και πόσες φορές αυνανίστηκε. Υπήρχε το γράμμα ενός άλλου μέλους προς τη μητέρα του:
«Έφυγα απ’ το σπίτι γιατί δεν μου έχεις εμπιστοσύνη, δεν με καταλαβαίνεις και δεν συμφωνούμε. Ξέρω ότι θέλεις να σταματήσω από το ΚΕΦΕ και προσπαθείς να το πετύχεις για να με έχεις στο σπίτι. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει».
Στη δεύτερη έφοδο βρέθηκαν και έγγραφα που είχαν συνταχθεί για την αντιμετώπιση της υπόθεσης μετά την πρώτη έφοδο, τα οποία προέβλεπαν μια εκστρατεία σπίλωσης της φήμης των επικριτών της, και την πρόσληψη ιδιωτικού ντετέκτιβ για να ανακαλύψει «οποιαδήποτε εγκλήματα στα οποία εμπλέκονται» ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ και ο Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, τότε προϊστάμενος του Γραφείου κατά των αιρέσεων της Ιεράς Συνόδου.
Από τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν περιγράφηκε μια οργάνωση που ανέκρινε εκ συστήματος τα μέλη της αποσπώντας απίστευτα προσωπικές λεπτομέρειες για τη ζωή τους, τις οποίες κατέγραφε και στη συνέχεια απέστελνε σε ξένα κέντρα της Εκκλησίας. Η οργάνωση ακόμα φακέλωνε Έλληνες πολιτικούς, δημοσιογράφους και ακτιβιστές ανάλογα με τη δράση τους, «βαθμολογούσε» τους αντιπάλους της ανάλογα με τη ζημιά που της έκαναν, και επίσης έστελνε αυτές τις πληροφορίες στο εξωτερικό. 15 κατηγορούμενοι προσήχθησαν σε δίκη, δεν τιμωρήθηκαν λόγω εξαλείψεως το αξιοποίνου, αλλά το ΚΕΦΕ έκλεισε, και η λειτουργία του κρίθηκε παράνομη. Σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, οι κατηγορούμενοι «προέβαιναν με συντονισμένες ενωμένες δυνάμεις σε συστηματική παρακολούθηση και συλλογή πληροφοριών που αφορούσαν ιδιωτική κοινωνική, επαγγελματική, υπηρεσιακή ζωή, θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες σημαίνοντων προσώπων της δημόσιας ζωής της πολιτικής της εκκλησιαστικής και της δικαστικής αρχής της δημοσιογραφίας όπως του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, του θρησκευτικού λειτουργού Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, του Αντιεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ηλίας Σπυρόπουλου, των Εισαγγελέων Πρωτοδικών Ιωάννη Αγγελή, Γεωργίου Γεράκη, των πολιτών Μ. Έβερτ, Α. Σαμαρά, Α. Λεντάκη, Κουναλάκη και των δημοσιογράφων Β. Νταγκουνάκη, Δ. Ρίζου, Μιχαλόπουλου κλπ και ακολούθως σε ταξινόμηση και καταχώρηση των άνω πληροφοριών σε έγγραφα και ατομικούς πληροφοριακούς φακέλους, στοιχεία τα οποία στη συνέχεια και απέστελναν σε ξένα κέντρα μυστικών πληροφοριών».
Ο Αντώνης Μποσνακούδης δίνει μεγάλο βάρος στο γεγονός ότι πολλοί, κυρίως εκπρόσωποι της ευρύτερης Αριστεράς, υπερασπίστηκαν την οργάνωση (ο Ιός της Ελευθεροτυπίας, ο Παναγιώτης Δημητράς του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο Ανδρέας Λοβέρδος που ήταν δικηγόρος, ο Πέτρος Ευθυμίου που ήταν μάρτυρας υπεράσπισης), πράγμα όντως περίεργο, καθώς στην Αμερική, όπου η δράση της είναι περισσότερο γνωστή, οι αριστεροί είναι που δρουν εναντίον της, καθώς θεωρούν ότι παραβιάζει κατάφωρα τα ατομικά δικαιώματα των μελών της. Στην πραγματικότητα οι Έλληνες υπερασπιστές της μάλλον έδρασαν κυρίως από άγνοια, υπερασπίζοντας μια θρησκευτική οργάνωση που επέσυρε τη μήνι του αμφιλεγόμενου Γραφείου κατά των Αιρέσεων της Ιεράς Συνόδου και ακροδεξιών Μέσων. Και ο ίδιος ο Μποσνακούδης σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι κανένας από τους επώνυμους υπερασπιστές δεν υπήρξε ποτέ μέλος της οργάνωσης.
Πράγμα λογικό.
Γιατί το πρώτο πράγμα που μου προκάλεσε την απορία από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκα με το θέμα ήταν το ποιος στα αλήθεια πάει να γίνει μέλος στην Σαϊεντολογία;



Το ΚΕΦΕ μπορεί να μην υπάρχει πια, αλλά ο διάδοχός του, το βιβλιοπωλείο Νέος Πολιτισμός υπάρχει ακόμα στο ίδιο μέρος, στην Πατησίων, στο νούμερο 200, σε δύο ορόφους μιας παλιάς πολυκατοικίας. Η φράση «Εκκλησία της Σαϊεντολογίας» υπάρχει στην πρόσοψη, κι από πίσω ένας χαμογελαστός νεαρός που μου έδωσε φυλλάδια όταν του τα ζήτησα, και πήρε τηλέφωνο στον πάνω όροφο για να προετοιμάσει όσους βρίσκονταν εκεί για την άφιξή μου, ελαφρώς έκπληκτος, καθώς μάλλον ποτέ δεν μπαίνει κάποιος άσχετος στο κτίριό τους ζητώντας να μάθει πράγματα για τη Σαϊεντολογία.
Στον όροφο μια χαμογελαστή και ευπροσήγορη κυρία με κάθισε σε ένα τραπέζι και μου μίλησε για τις τεχνικές αυτοβελτίωσης που προσφέρει η Διανοητική και η Σαϊεντολογία. Στους νέους και άσχετους, φυσικά, δεν αφηγούνται ιστορίες για τον εξωγήινο άρχοντα Ξένου, απλά τους λένε δυο πράγματα, τους προτείνουν να αγοράσουν τη «Διανοητική» (πολύ ευγενικά), μοιράζουν μερικά φυλλάδια, και δίνουν ένα αντίγραφο ενός τεστ 200 ερωτήσεων που μοιάζει με τα ψυχοτεχνικά τεστ στις εξετάσεις για ΔΕΑ, και το οποίο πρέπει να συμπληρώσεις και να επιστρέψεις, για να αναλυθεί η ψυχοσωματική σου κατάσταση τη δεδομένη στιγμή. Αν θέλεις. Δεν υπάρχει κανενός είδους πίεση, κανένα sales pitch, καμιά ιδιαίτερη μεθοδολογία. Προφανώς τα (όποια) νέα μέλη προέρχονται από γνωριμίες, όχι από προσηλυτισμό. Γι’ αυτό και η ευπροσήγορη κυρία φάνηκε αρκετά έκπληκτη όταν με ξαναείδε μερικές μέρες αργότερα στο λόμπι του Novotel, έξω από την αίθουσα όπου μερικές δεκάδες Σαϊεντολόγοι που προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη ζωή τους με το ηλεκτρόμετρο πιστεύοντας ότι είναι αθάνατες εξωγήινες οντότητες, έβλεπαν εκστατικοί ένα DVD.
Οπότε ποιο είναι το συμπέρασμα; Τι είναι η Σαϊεντολογία τελικά;
Μια ψευδεπιστημονική εμπορική οργάνωση, που προσπαθεί με τους celebrity κράχτες της και την πολιτική της δύναμη στις ΗΠΑ να κάνει φασαρία για να μοιάσει μεγαλύτερη από ότι είναι πραγματικά, επικίνδυνη για τα μέλη της ίσως, αλλά όχι ιδιαίτερα για την ευρύτερη κοινωνία που, αν τα στοιχεία των ανεξάρτητων πηγών ευσταθούν, φθίνει ολοένα. Μια new age μόδα ήδη ξεπερασμένη, που χρησιμοποιεί τεχνικές KGB για να κερδίσει μια δύναμη την οποία πιθανότατα ποτέ δεν είχε. Πράγμα που δεν εξηγεί το πώς ακριβώς σκέφτονται οι μερικές δεκάδες κυρίες και κύριοι που όρθιοι χειροκροτούσαν ένα DVD μέσα στο σκοτάδι, ακούγοντας τις απόψεις ενός συγγραφέα φτηνών παραμυθιών επιστημονικής φαντασίας.
Δεν υποπτεύονται πως ένα τέτοιο –αλλά καθόλου φτηνό-, είναι το μόνο που τους έχει προσφέρει ο αλλόκοτος παχουλός κοκκινομάλλης;



Το 1986, κι αφού πέρασε κάμποσα χρόνια χαμένος σε άγνωστη τοποθεσία, ο Λ.Ρον Χάμπαρντ έπαθε μια καρδιακή προσβολή, και μια εβδομάδα αργότερα πέθανε. Στο αίμα του βρέθηκε το Vistaril, ένα από τα πολλά ψυχοφάρμακα που έπαιρνε τότε, στα τελευταία του. Στη διαθήκη του, η οποία είχε αλλάξει μια μέρα πριν πεθάνει, άφηνε τα πάντα στην οργάνωση, και όχι στη γυναίκα του ή τα πέντε του παιδιά. Σύμφωνα με τον διάδοχό του στην κορυφή της οργάνωσης, Ντέιβιντ Μισκάβιτζ, ο Χάμπαρντ πέρασε σε ένα νέο επίπεδο ύπαρξης, άγνωστο μέχρι σήμερα, και είναι ακόμα κάπου εκεί έξω. Σήμερα, κάθε οργάνωση της Σαϊεντολογίας διαθέτει ένα γραφείο κενό, επιπλωμένο, με βιβλία και γραφική ύλη, έτοιμο να τον υποδεχτεί σε περίπτωση που επιστρέψει από το υπερπέραν.





UPDATE: Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του άρθρου στο Esquire, έλαβα ένα θυμωμένο τηλεφώνημα από το Ελληνικό τμήμα της Εκκλησίας της Σαϊεντολογίας. Η κυρία με την οποία μίλησα είχε πολύ σοβαρές αντιρρήσεις για το κείμενό μου, και ήθελε να συναντηθούμε για να τις κουβεντιάσουμε από κοντά. Κλείσαμε ραντεβού στα γραφεία της ΙΜΑΚΟ λίγες μέρες αργότερα, αλλά δεν ήρθε μόνη -μαζί της έφερε τη διευθύτρια του γραφείου, και οι τρεις μας καθίσαμε σε μια αίθουσα και τα είπαμε.

Η αντίρρησή τους αρχικά ήταν το ότι δεν είχα επικοινωνήσει μαζί τους, για να γράψω και τη δική τους άποψη. Ήταν μια δίκαιη παρατήρηση. Τους εξήγησα ωστόσο πως αφ’ ενός τα στοιχεία της "δικής τους πλευράς" υπήρχαν ξεκάθαρα στα βιβλία και τα φυλλάδια της οργάνωσης, και τα είχα λάβει σοβαρά υπόψιν και, αφετέρου, το θέμα μου δεν ήταν μια κριτική παρουσίαση της Σαϊεντολογίας ως θρησκεία, αλλά το ιστορικό της πορείας της, το οποίο ήταν καλά τεκμηριωμένο σε μαρτυρίες και νομικά έγγραφα. Τους ξεκαθάρισα, επίσης, ότι ήμουν πρόθυμος να δημοσιεύσω μια απάντησή τους, και τους ζήτησα να μου αναφέρουν συγκεκριμένα σημεία του κειμένου που θεωρούσαν ανακριβή. Αντί γι’ αυτό, οι δυο κυρίες μου παρέδωσαν μια σακούλα γεμάτη με βιβλία και φωτοτυπίες, τα οποία αποδύκνειαν, όπως υποστήριζαν, πως ο Λ. Ρον Χάμπαρντ δεν ήταν "έτσι όπως τον παρουσίασα".

Σύντομα κατάλαβα πως δεν είχαν έρθει για να διαμαρτυρηθούν για οποιαδήποτε συγκεκριμένη ανακρίβεια στο ιστορικό που αναπαρήγαγα, αλλά για να με πείσουν πως ο Χάμπαρντ είναι ένας άγιος. Ήταν πολύ ενοχλημένες γι’ αυτά που είχα γράψει. Ωστόσο, πριν φύγουν, εγώ επέμεινα να μου στείλουν ένα e-mail ή ένα fax με τις ανακρίβειες του κειμένου μου. Δεν μου απάντησαν ποτέ.


ΠΗΓΗ:
georgakopoulos.org

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Μη μου χτυπάς...

Πυθαγόρας Παπασταματίου

Ένα μουσικό αφιέρωμα στον Πυθαγόρα Παπασταματίου


Ο στιχουργός, ηθοποιός, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Πυθαγόρας Παπασταματίου γεννήθηκε το 1930 στο Αγρίνιο και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος τον βρήκε να τελειώνει το Δημοτικό. Το 1940 γράφτηκε στο οκτατάξιο Γυμνάσιο αρρένων Αγρινίου. Στην κατοχή οι γονείς του μαζί με τις αδελφές του, για να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Γερμανούς, κατέφυγαν στον Ορεινό Βάλτο. Ο Πυθαγόρας βρέθηκε φιλοξενούμενος σ' ένα χωριό της καμμένης από τους Γερμανούς Μακρυνείας, ενώ ο αδελφός του ήταν στο αντάρτικο.

1/7


Στις μαθητικές του εργασίες υπέγραφε ως Πυθαγόρας. Όταν ο φιλόλογος Πάνος Παπαχρήστος τον ρώτησε κάποτε στην τάξη, γιατί δεν γράφει και το επώνυμό του, απάντησε γελώντας: «Ένας είναι ο Πυθαγόρας, όλοι με ξέρουν, δε χρειάζεται το επώνυμο.» Από το βιβλίο του 'Αγγελου Αξιώτη "Πυθαγόρας: 30 χρόνια τραγούδια" διαβάζουμε για τα μαθητικά του χρόνια: «Όταν ήταν μαθητής της τελευταίας τάξης του Γυμνασίου, σε μια μαθητική παράσταση τον Μάρτη του 1948, με τον "Παπαφλέσσα" του Μελά, του ανατέθηκε ο ρόλος του Παπαφλέσσα. Η ηθοποιία του έκαμε κατάπληξη. Ήταν αληθινός Παπαφλέσσας... Καταχειροκροτήθηκε. Πήρε έτσι το βάπτισμα του ηθοποιού.»

2/7


Το 1949 Τελείωσε το Γυμνάσιο και φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δάσκαλο τον Δημήτρη Ροντήρη. Αποφοίτησε με άριστα και εργάστηκε στο θέατρο, ενώ παράλληλα έγραφε στίχους και επιθεωρήσεις πίστας. Πρώτο του τραγούδι, και μεγάλη επιτυχία το 1954, ήταν το «ξαναβλέπω το μικρό το αμαξάκι» σε μουσική του Νίκυ Γιάκοβλεφ και με ερμηνεύτρια την Μαίρη Λώ.

3/7



Ο Κώστας Ασημακόπουλος θυμάται: «...το ζαχαροπλαστείο "Πέτρογραδ" του Νίκυ Γιάκοβλεφ με τους διαλεχτούς πίνακες και τ' αξιόλογα έργα τέχνης στις προθήκες, αποτελούσε τόπο συνάντησης καλλιτεχνών. Εκεί, μαθητής ακόμα του Γυμνασίου, τον πρωτογνώρισα ... και με τη λίγη κρίση μου σημάδεψα από τότε την ευγένεια που είχε. Κι ακριβώς αυτή η ευγένειά του, μαζί με την έμφυτη μουσικότητά του τον αξίωσαν, στα χρόνια που ακολούθησαν...»

4/7


Από το 1958 και μετά ασχολήθηκε κυρίως με το γράψιμο. Στίχοι, επιθεωρήσεις πίστας, κινηματογραφικά σενάρια που σαν ταινίες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Στις ταινίες του πάντα ερμήνευε έναν από τους δεύτερους ρόλους. Το 1964 γράφει το σενάριο και πρωταγωνιστεί στην ταινία «κάθε λιμάνι και καημός». Υπογράφει επίσης το ομότιτλο τραγούδι, που σε μουσική του Γιώργου Κατσαρού, ερμήνευσαν και έκαναν μεγάλη επιτυχία οι Πάνος Γαβαλάς και Ρία Κούρτη. Έγραψε πολλά τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες: «Ο Σταμούλης ο λοχίας», «Όταν πίνει μια γυναίκα», «Πίσω από τις καλαμιές», «Κυρά Γιώργαινα», «Στα βράχια της Πειραϊκής», «Νύχτα στάσου», «Ο επιπόλαιος» ...

5/7


Το 1972 με την προοπτική της δημιουργίας ενός μεγάλου δίσκου, έδωσε στο φίλο του Απόστολο Καλδάρα τον κύκλο ταγουδιών «Μικρά Ασία». Ο Καλδάρας αναφέρεται σ' αυτήν τη συνεργασία: «Θα υπενθυμίσω μόνο το έργο του"Μικρά Ασία" που είχα την τύχη να μελοποιήσω εγώ, που συγκίνισε το πανελλήνιο και που... με τόσο μεγάλη μαεστρία, στα στενά πλαίσια ενός δίσκου βέβαια, επεξεργάστηκε το θέμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και που μόνο αυτό στάθηκε αρκετό να του ανοίξει την πόρτα για το Πάνθεον των μεγάλων του λαϊκού στίχου.»

6/7


Από το «Βήμα» στις 31/8/'72 διαβάζουμε τον Παύλο Παλαιολόγου να γράφει: «"Μικρά Ασία" ο τίτλος. Του Καλδάρα η μουσική, του Πυθαγόρα οι στίχοι, του Νταλάρα και της Αλεξίου το τραγούδι... Δεν είναι Σεφέρηδες, Σικελιανοί, Παλαμάδες. Ούτε μουσουργοί με παγκοσμιότητα που δονούν το πεντάγραμμο. Ναι αλλά στις στροφές του δίσκου είμαστε εμείς, είναι ο πόνος, ο καημός, το βογκητό ενός λαού. Μαζί μ' αυτό και η βαθύτατη ανθρωπιά... Δόξες του έθνους, μεγάλοι ποιητές, ακαδημαϊκοι και Νόμπελ, σας στρώνω δάφνες για να περάσετε. Συμπαθάτε μας όμως όταν σας λέμε ότι με τη δική σας λύρα με τους υψηλούς φθόγγους δε ράγισε η ψυχή της μάζας όσο οι απλοϊκοί αυτοί στίχοι και τα λαϊκά μοτίβα που γυρίζουν στις στροφές ενός δίσκου». Μετά το 1972 ο Πυθαγόρας ασχολήθηκε περισσότερο με τα θεατρικά. Εργάστηκε ως συγγραφέας επιθεωρήσεων για το μουσικό θέατρο με ιδιαίτερη επιτυχία.

7/7


Το 1973 διετέλεσε έκτακτο μέλος, το 1974 πάρεδρος και '75 τακτικό μέλος της εταιρείας θεατρικών συγγραφέων. Αυτήν τη χρονιά κυκλοφόρησε και ο θρυλικός δίσκος «Υπάρχω» σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και τον Στέλιο Καζαντζίδη να ερμηνεύει μοναδικά. Ο Καζαντζίδης μιλώντας γι ατον Πυθαγόρα αναφέρει: «...θα ήταν ίσως πλεονασμός να μιλήσω για τον αξέχαστο Πυθαγόρα σαν στιχουργό. Ο άνθρωπος Πυθαγόρας θα μείνει πάντα στη μνήμη μου, στη θύμηση, στην καρδιά μου. Συναισθηματικός, ανιδιοτελής, καθαρός, φίλος. Μεγάλο το μέγεθος του καλλιτέχνη και του ανθρώπου, όπως μεγάλο και το κενό που άφησε ο χαμός του». Ο Πυθαγόρας Παπασταματίου έφυγε στις 13 Νοέμβρη του 1979.


ΠΗΓΗ:
Η Νέα Εποχή - Η εφημερίδα του Αγρινίου στο διαδίκτυο

Ξενοφών Ζολώτας

Ξενοφών Ζολώτας
1904 – 2004

Διαπρεπής οικονομολόγος και πανεπιστημιακός, που διατέλεσε πρωθυπουργός εις τας δυσμάς του βίου του.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 1904. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οικονομικά στην Εμπορική Σχολή της Λειψίας και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων. Ξεκίνησε την καθηγητική του καριέρα το 1928 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία διήρκεσε έως το 1968, οπότε και παραιτήθηκε, διαμαρτυρόμενος με τον τρόπο αυτό εναντίον της δικτατορίας της 21ης Απριλίου.

Κατέλαβε κορυφαίες θέσεις σε ελληνικούς και διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς και αναδείχθηκε σε κατευθυντήριο νου της ελληνικής οικονομίας. Υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της UNRRA (1946), διοικητής για την Ελλάδα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (1946-1947 και 1974-1981) και Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας κατά την περίοδο 1955-1967 και 1974-1981. Η προσφορά του στην παγκόσμια οικονομία έχει αναγνωριστεί από όλους, αφού εισηγήθηκε την οργάνωση του συστήματος των πιστώσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και την αντικατάσταση το 1973 του κανόνα του χρυσού από ένα σύστημα χρησιμοποίησης των ισοτιμιών των σημαντικότερων νομισμάτων.

Πλούσιο είναι και το συγγραφικό του έργο, που έχει μεταφρασθεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Κλασσική θεωρείται η μελέτη του «Η Ελλάς εις το στάδιον της εκβιομηχανίσεως» (1926), που αποτέλεσε τη διδακτορική του διατριβή. Υπήρξε για 36 χρόνια εκδότης της «Ελληνικής Επιθεώρησης Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών» (1931-1967), ενώ το 1952 εξελέγη ακαδημαϊκός.

Διετέλεσε δύο φορές υπουργός Συντονισμού, στην Οικουμενική κυβέρνηση του 1952 και στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας το 1974. Στις 23 Νοεμβρίου 1989 ορκίστηκε πρωθυπουργός στην Οικουμενική κυβέρνηση που συγκρότησαν Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμός, μετά τις εκλογές της 5ης Νοεμβρίου και την αποτυχία της Νέας Δημοκρατίας να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Παραιτήθηκε στις 11 Απριλίου 1990, μετά την προκήρυξη νέων εκλογών για τις 8 Απριλίου.

Δεινός χειμερινός κολυμβητής, ο Ξενοφών Ζολώτας έφυγε από τη ζωή στις 11 Ιουνίου 2004, σε ηλικία 100 ετών.

Σχετικά...
Ιστορικοί θεωρούνται οι δύο λόγοι που εκφώνησε ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στην Ουάσιγκτον, στις 26 Σεπτεμβρίου 1957 και στις 2 Οκτωβρίου 1959. Η γλώσσα τους είναι η αγγλική, αλλά με την αφαίρεση λίγων συνδέσμων, άρθρων και προθέσεων, όλες οι χρησιμοποιούμενες λέξεις είναι ελληνικής προέλευσης.

Λόγος της 26ης Σεπτεμβρίου 1957

Kyrie,

I eulogize the archons of the Panethnic Numismatic Thesaurus and the Ecumenical Trapeza for the orthodoxy of their axioms, methods and policies, although there is an episode of cacophony of the Trapeza with Hellas.

With enthusiasm we dialogue and synagonize at the synods of our didymous Organizations in which polymorphous economic ideas and dogmas are analyzed and synthesized.

Our critical problems such as the numismatic plethora generate some agony and melancholy. This phenomenon is characteristic of our epoch. But, to my thesis, we have the dynamism to program therapeutic practices as a prophylaxis from chaos and catastrophe.

In parallel, a panethnic unhypocritical economic synergy and harmonization in a democratic climate is basic.

I apologize for my eccentric monologue. I emphasize my eucharistia to you Kyrie, to the eugenic and generous American Ethnos and to the organizers and protagonists of this Amphictyony and the gastronomic symposia.



Λόγος της 2ας Οκτωβρίου 1959

Kyrie,

It is Zeus' anathema on our epoch for the dynamism of our economies and the heresy of our economic methods and policies that we should agonise between the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

It is not my idiosyncrasy to be ironic or sarcastic but my diagnosis would be that politicians are rather cryptoplethorists. Although they emphatically stigmatize numismatic plethora, energize it through their tactics and practices.

Our policies have to be based more on economic and less on political criteria.Our gnomon has to be a metron between political, strategic and philanthropic scopes. Political magic has always been antieconomic.

In an epoch characterised by monopolies, oligopolies, menopsonies, monopolistic antagonism and polymorphous inelasticities, our policies have to be more orthological. But this should not be metamorphosed into plethorophobia which is endemic among academic economists.

Numismatic symmetry should not antagonize economic acme. A greater harmonization between the practices of the economic and numismatic archons is basic. Parallel to this, we have to synchronize and harmonize more and more our economic and numismatic policies panethnically.

These scopes are more practical now, when the prognostics of the political and economic barometer are halcyonic. The history of our didymous organisations in this sphere has been didactic and their gnostic practices will always be a tonic to the polyonymous and idiomorphous ethnical economics. The genesis of the programmed organisations will dynamize these policies. I sympathise, therefore, with the aposties and the hierarchy of our organisations in their zeal to programme orthodox economic and numismatic policies, although I have some logomachy with them.

I apologize for having tyrannized you with my hellenic phraseology. In my epilogue, I emphasize my eulogy to the philoxenous autochthons of this cosmopolitan metropolis and my encomium to you, Kyrie, and the stenographers.


ΠΗΓΗ: Σαν Σήμερα

Ανδρέας Μιαούλης

Ανδρέας Μιαούλης
1769 – 1835

Ναύαρχος του ελληνικού στόλου κατά την Επανάσταση του 1821. Ο τόπος της γέννησής του δεν είναι επακριβώς γνωστός. Ορισμένοι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1769 στα Φύλλα της Εύβοιας, απ' όπου η οικογένεια του μετοίκησε στην Ύδρα, ενώ άλλοι στο νησί του Αργοσαρωνικού.

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Βώκος ή Μπώκος. Για το παρωνύμιο Μιαούλης υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία ότι του τo κόλλησαν οι ναύτες του, όταν τους έδινε τη διαταγή «Μία ούλοι!» για να κωπηλατούν συγχρόνως. Η δεύτερη, από ένα τουρκικό μπρίκι που αγόρασε, με την ονομασία «Μιαούλ». Ο Μιαούλης ήταν σχεδόν αγράμματος, σύμφωνα με τον ιστορικό Καρλ Μέντελσον -Μπαρτόλντι, εν τούτοις υπερείχε σε ευφυΐα και ναυτική τέχνη. Είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του καθήκοντος μέχρι υπερβολής, που πολλές φορές έφθανε στα όρια της σκληρότητας για τους υφισταμένους του.

Από τα εφηβικά του χρόνια, ο Ανδρέας Μιαούλης ασχολήθηκε με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις. Για την ακρίβεια, ήταν ένας από τους πιο ονομαστούς κουρσάρους της Ανατολικής Μεσογείου. Έκανε σεβαστή περιουσία κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, όταν έσπαγε τον ναυτικό αποκλεισμό των Άγγλων υπό τον ναύαρχο Νέλσον και ανεφοδίαζε τις ισπανικές πόλεις. Το 1816 ο Ανδρέας Μιαούλης παρέδωσε τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις στο γιο του Δημήτριο και ο ίδιος ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Κατά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 28 Απριλίου 1821, ο Μιαούλης υπέγραψε μαζί με άλλους πλοιοκτήτες έγγραφο, με το οποίο διέθεταν τα πλοία τους, αλλά και θα αναλάμβαναν τις δαπάνες για τις ναυτικές επιχειρήσεις του Αγώνα. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αναλαμβάνει ναύαρχος του υδραϊκού στόλου και στις 28 Σεπτεμβρίου έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τουρκική ναυτική μοίρα στην Πύλο. Το Φεβρουάριο του 1822 καταστρέφει μία τουρκική φρεγάτα και προξενεί ζημιές σε άλλα πλοία στο λιμάνι της Πάτρας. Τον Οκτώβριο του 1823 ο Μιαούλης, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, νικά τους Τούρκους στο Αρτεμίσιο και του Ωρεούς.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών (20 - 22 Ιουνίου 1824), σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην εξουδετέρωση της τουρκικής δύναμης, που είχε παραμείνει στο νησί και στην ανακατάληψή του, στις 3 Ιουλίου. Στις 29 Αυγούστου 1824, ο Μιαούλης, επικεφαλής του ενωμένου ελληνικού στόλου, καταναυμαχεί τον τουρκοαιγυπτιακό στον Γέροντα. Οι απώλειες του εχθρού ανέρχονται σε 27 πλοία, ανάμεσά τους και η επιβλητική φρεγάτα «Ασία».

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου το 1826 τα ελληνικά πλοία υπό τις διαταγές του βοηθούν με την παροχή εφοδίων τους πολιορκουμένους. Τις παραμονές της Εξόδου, ο Μιαούλης αποτυγχάνει να διασπάσει επανειλημμένως τον αποκλεισμό της πόλης και διαμηνύει στους κατοίκους ότι δεν είναι δυνατή καμιά βοήθεια από τη θάλασσα.

Το 1827, με απόφαση της Γ' Εθνοσυνέλευσης, η αρχηγία του στόλου ανατίθεται στον Λόρδο Κόχραν και ο Μιαούλης υποβιβάζεται σε πλοίαρχο. Όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει Κυβερνήτης της Ελλάδας, αναθέτει στο Ανδρέα Μιαούλη την αρχηγία του Στόλου του Αιγαίου. Η συνεργασία Μιαούλη - Καποδίστρια κράτησε ως τον Αύγουστο του 1829, όταν οι δύο άνδρες ήλθαν σε σύγκρουση για την πολιτική του Καποδίστρια απέναντι στους υδραίους πλοιοκτήτες, που ζητούσαν προνομιακή μεταχείριση σε αντάλλαγμα της συμβολής τους στον Αγώνα.

Ο Μιαούλης, ηγέτης πλέον της αντικαποδιστριακής παράταξης, οξύνει την κατάσταση και ο Καποδίστριας διατάσσει τον αποκλεισμό της Ύδρας από τα πλοία του εθνικού στόλου που ναυλοχούν στον Πόρο. Ο Μιαούλης μαθαίνει το σχέδιο και καταλαμβάνει τη φρεγάτα «Ελλάς». Την 1η Αυγούστου 1831 ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ επιχειρεί να καταστείλει την εξέγερση και ο Μιαούλης διατάσσει την πυρπόληση των πλοίων του στόλου. Η ανατίναξη της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» προκαλούν την πανελλήνια κατακραυγή.

Μετά την εκλογή του Όθωνα, ο Μιαούλης με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτριο Πλαπούτα ορίστηκαν μέλη της επιτροπής, που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Επί Όθωνος, ο Μιαούλης αναλαμβάνει αρχηγός του Ναυτικού Διευθυντηρίου με τον βαθμό του ναυάρχου, ενώ το 1834 διορίζεται Σύμβουλος Επικρατείας και γενικός επιθεωρητής του Στόλου.

Ο Ανδρέας Μιαούλης πέθανε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 1835. Ετάφη στον Πειραιά, στη δεξιά ακτή του λιμανιού, που ονομάστηκε Ακτή Μιαούλη. Αργότερα, έγινε ανακομιδή των οστών του σε τάφο στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.

ΠΗΓΗ: Σαν Σήμερα

Ο Άγνωστος Στρατιώτης



Esquire, Νοέμβριος 2004
Είναι ίσως η διασημότερη φωτογραφία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, τραβηγμένη από τον σπουδαίο Γιουτζίν Σμιθ. Δείχνει καλύτερα από κάθε άλλη τη γενναιότητα και το θάρρος του ανώνυμου Αμερικάνου φαντάρου που πολέμησε για την ελευθερία. Με το τσιγάρο να κρέμεται μάγκικα στα χείλη, και με ένα βλέμμα που τσακίζει κόκαλα, αυτός ο στρατιώτης έγινε το σύμβολο της Μεγαλύτερης Γενιάς των Αμερικάνων.

Αυτός ο στρατιώτης, όμως, δεν είναι Αμερικανός.

Λέγεται Ευάγγελος Κλωνής. Είναι Έλληνας.

Ο Ατλαντικός ήταν γκρίζος, και η συννεφιά ήταν βαριά. Υπήρχε παντού η μυρωδιά της θάλασσας, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος των κυμάτων. Είχε φουσκοθαλασσιά, και τα αποβατικά σκάφη, τα επονομαζόμενα «σκάφη Χίγκινς», από τον ιδιοφυή μπεκρή που τα είχε σχεδιάσει, λικνίζονταν σαν καρυδότσουφλα καθώς πλησίαζαν την ακτή. Πολλοί έκαναν εμετό. Μερικοί επειδή ζαλίζονταν από τη θάλασσα.Ο Βαγγέλης είχε στο πλάι του τον Ιρλανδό, όπως πάντα. Ήταν κολλητοί φίλοι εδώ και μήνες, απ’ το Σαουθάμπτον, όπου περίμεναν πότε θα έρθει η ώρα για την απόβαση. Στέκονταν στοιβαγμένοι μέσα στο Χίγκινς με καμιά τριανταριά άλλους, όλοι τους νέοι, ντυμένοι στα χακί, με τα κράνη στο κεφάλι, και ένα μεγάλο κόκκινο «1» στον ώμο, το σήμα της 1ης Μεραρχίας Πεζικού, της θρυλικής Big Red One.

Ήταν 6 Ιουνίου του 1944. D-Day

Και ήταν 6:30 το πρωί. Αυτό ήταν το πρώτο κύμα της απόβασης της Νορμανδίας. Ο Βαγγέλης στεκόταν σιωπηλός δίπλα στον Ιρλανδό και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Και μετά ο πυθμένας του Χίγκινς έγδαρε την άμμο της Όμαχα Μπιτς, και η πόρτα άνοιξε, και οι φαντάροι της Big Red One ξεχύθηκαν στο σφαγείο.


Οι Κεφαλλονίτες είναι μια ιδιόμορφη κατηγορία Ελλήνων. Πολλοί τους αποκαλούν μουρλούς, και πολλοί το παραδέχονται κιόλας, αλλά το σίγουρο είναι ότι στην ιστορία τους έχουν να παρουσιάσουν τα πιο ασυνήθιστα επιτεύγματα από όλους τους Έλληνες. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Γεράκης, έγινε αντιβασιλιάς στο Σιάμ ( σημερινή Ταυλάνδη ) . Ένας άλλος, ο Ιωάννης Φωκάς, έκανε το 1592 τον περίπλου του Καναδά και πέρασε στον Ειρηνικό, όπου το στενό ανάμεσα στο Βανκούβερ και την ηπειρωτική χώρα έχει ακόμα το όνομά του. Ένας άλλος, ο μηχανικός Μαρίνος Χαρμπούρης, κατάφερε εν έτει 1770 να μεταφέρει ένα βράχο βάρους 2000 τόνων από ένα έλος της Φινλανδίας στην Αγία Πετρούπολη. Από ότι φαίνεται, αυτή η εκλεκτή παρέα κεφαλλονιτών ηρώων πρόκειται να υποδεχτεί ένα νέο μέλος.

Ο Ευάγγελος Κλωνής γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο της κοινότητας Πάστρας στις 28 Οκτωβρίου του 1916. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας φτωχής οικογένειας που συνολικά θα αποκτούσε οκτώ. Ο Βαγγέλης άρχισε να καπνίζει όταν ήταν τεσσάρων, άρχισε να δουλεύει όταν ήταν πέντε, και παράτησε το σχολείο στην Τρίτη Δημοτικού. Στα 14 του μετακόμισε στην Αθήνα, όπου δούλευε ο μεγαλύτερος αδερφός του. Εκεί δούλεψε σαν εισπράκτορας στο λεωφορείο ενός άλλου Κεφαλλονίτη, του Γεράσιμου Αρσένη: Φορούσε την άσπρη του στολή και έκοβε τα εισιτήρια. Ότι έβγαζε το έστελνε στη μητέρα του, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα. Μια μέρα, όταν ήταν 16 χρονών, το λεωφορείο είχε σταματήσει στον Πειραιά, και ο Βαγγέλης είδε κάτι ναύτες να βγαίνουν από ένα καράβι, να πηγαίνουν σε ένα κοντινό κρεοπωλείο, να φορτώνουν κομμάτια κρέας στον ώμο, και να τα μεταφέρουν στο καράβι. Οι ναύτες φορούσαν άσπρες στολές. Ο Βαγγέλης πήγε αμέσως στον Αρσένη, του έδωσε τις εισπράξεις της ημέρας και του είπε: «Εγώ φεύγω. Πες στη μάνα μου ότι θα της στείλω λεφτά από την Αμερική». Και πήγε στο κρεοπωλείο, και φορτώθηκε ένα κομμάτι κρέας, και μπήκε σκυφτός στο καράβι, και κρύφτηκε στα αμπάρια.

Έμεινε κρυμμένος τρεις μέρες, όταν η δίψα, η πείνα, και οι αρουραίοι τον ανάγκασαν να παραδοθεί. Είχαν ήδη περάσει το Γιβραλτάρ, και ο καπετάνιος δεν είχε επιλογή απ’ το να τον βάλει στη δουλειά, μέχρι να πιάσουν λιμάνι. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συμπάθησε το νεαρό, και τον έβαζε τα βράδια να τους λέει τραγούδια απ’ το νησί. Ο καπετάνιος, βλέπετε, ήταν κι αυτός κεφαλλονίτης. Όταν έφτασαν στο Λος Άντζελες, ο καπετάνιος προσφέρθηκε να εξασφαλίσει χαρτιά στον Βαγγέλη, για να τον κάνει ναυτικό, αλλά αυτός δεν ήθελε. Έτσι τον αποχαιρέτησε δίνοντάς του ένα τελευταίο δώρο, που θα τον διευκόλυνε να περάσει από τον τελωνειακό έλεγχο. Ο Βαγγέλης δεν ήξερε λέξη αγγλικά, και δεν είχε κανένα χαρτί πάνω του, έτσι όταν ήρθε η σειρά του, έκανε τον κωφάλαλο, και δεν απαντούσε σε καμία ερώτηση. Οι υπάλληλοι τον άφησαν να περάσει, επειδή ήταν όμορφος και σοβαρός, και επειδή φορούσε ένα εντυπωσιακό, επίσημο κοστούμι.

Στο Λος Άντζελες έπιασε δουλειά στο ανθοπωλείο ενός άλλου κεφαλονίτη, του Σπύρου Στεφανάτου (ο οποίος σήμερα ζει στην Κεφαλονιά –είναι 94 χρονών). Η πόλη όμως δεν του άρεσε –είχε πολύ κόσμο, και δεν είχε συνηθίσει. Μετακόμισε στο Ντένβερ του Κολοράντο, όπου δούλευε σαν πιατάς σε ένα εστιατόριο, και κάποια στιγμή πήρε και μια δικιά του καντίνα με χοτ-ντογκ και τα πούλαγε στο δρόμο. Εκτός από την ωριμότητα που είχε αποκτήσει δουλεύοντας τόσα χρόνια, μια ωριμότητα που τον έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερος από ότι ήταν, είχε και τα γονίδια με το μέρος του. Καθώς άφηνε πίσω τον εφηβικό εαυτό του, μεταμορφωνόταν σε έναν πολύ εντυπωσιακό άντρα. Δεν ήταν πολύ ψηλός, ούτε ιδιαίτερα μεγαλόσωμος, αλλά είχε πολύ καθαρό, αρρενωπό πρόσωπο, και ένα έντονο βλέμμα που έκανε αμέσως εντύπωση στις κοπελιές. Μια ελληνοπούλα τον ερωτεύτηκε, και ήθελε να τον παντρευτεί. Αυτός όμως αρνήθηκε –υποστήριξε ότι ήταν μικρός ακόμα, και έπρεπε να βοηθήσει την οικογένειά του στην Ελλάδα. Οπότε αυτή τον απείλησε ότι θα τον καταδώσει στις Αρχές, καθώς εξακολουθούσε να ζει και να δουλεύει στη χώρα παράνομα.

Ο Βαγγέλης έφυγε από το Ντένβερ και πήγε στο Σικάγο, όπου δούλεψε σε εστιατόρια και μπαρ («μπάρες», όπως τα αποκαλεί ο γιος του Νίκος), αλλά δεν του άρεσε καθόλου το κρύο, έτσι έφυγε κι από εκεί και πήγε στο Χιούστον. Εκεί τον ενοχλούσε η υγρασία, οπότε επέστρεψε στο Ντένβερ, όπου το κλίμα του άρεσε, ελπίζοντας ότι η κοπελιά θα είχε βρει κάποιον άλλο, και θα τον άφηνε ήσυχο. Έτσι έγινε, αλλά δεν έμελλε να μείνει ούτε εκεί για πολύ. Ένας κεφαλλονίτης φίλος του πρότεινε να πάνε στη Σάντα Φε του Νιου Μέξικο για να βρούνε κάποιους φίλους (κεφαλλονίτες φυσικά), και τον ακολούθησε.

Η Σάντα Φε τότε είχε 8000 κατοίκους, από τους οποίους οι 800 ήταν Έλληνες. Η κοινότητα ήταν πολύ ζωντανή, και όλα τα εστιατόρια, τα μπαρ και τα κοσμηματοπωλεία ήταν ελληνικά. Ο Βαγγέλης λάτρεψε το μέρος –όλα εκεί, ακόμα και το κλίμα, του θύμιζαν Ελλάδα. Ένας Ζακυνθινός, ο Παναγιώτης Πομόνης, τον πήρε στη δουλειά του, σε ένα μπαρ-εστιατόριο που είχε. Αυτός και η γυναίκα του Ελένη τον δέχτηκαν σαν παιδί τους, και ο Βαγγέλης τους το ανταπέδωσε δουλεύοντας σκληρά. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, και ο Βαγγέλης γρήγορα έγινε συνέταιρος στο μαγαζί. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Εξακολουθούσε να είναι παράνομος. Όταν άρχισε ο Πόλεμος, βγήκε ένα νέο διάταγμα που καλούσε τους παράνομους μετανάστες να καταταγούν, με αντάλλαγμα την αμερικανική υπηκοότητα. Έτσι ο Βαγγέλης Κλωνής αποφάσισε να πάει στον πόλεμο.

«Ο πατέρας μου ποτέ δεν μίλαγε για τον πόλεμο», λέει ο Νίκος Κλωνής, ο δεύτερος από τους τρεις γιους το Βαγγέλη. «Δεν του άρεσε να λέει ιστορίες γι’ αυτά τα πράγματα. Και μερικές φορές, όταν τον ρωτάγαμε επίμονα, μας μάλωνε».

Η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή είναι ένα μεγάλο μυστήριο, όχι τόσο για τα (πολλά) πράγματα που δεν ξέρουν ούτε οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά για τις λεπτομέρειες που είναι γνωστές και επιβεβαιωμένες, οι οποίες συνθέτουν μια ημιτελή, αλλά απίστευτη ιστορία. Αυτά που ξέρουμε, από τις ιστορίες που είπε στα παιδιά του, από τα αντικείμενα που άφησε πίσω του, και από διάφορα στοιχεία από επίσημα αρχεία που έχουν ανακαλύψει οι δικοί του, πληροφορίες ανεπιβεβαίωτες αλλά πιθανότατα αληθινές, είναι τα εξής: Ο Βαγγέλης Κλωνής, μετά την κατάταξή του, ταξίδεψε στο Fort Bliss στο Τέξας όπου εκπαιδεύτηκε με το στρατό ξηράς. Χάρη στις εντυπωσιακές του επιδόσεις (ήταν άριστος σκοπευτής) τον έστειλαν στην Βιρτζίνια, στη Βάση των Πεζοναυτών. Εκεί τον κορόιδευαν επειδή δεν ήξερε καλά αγγλικά και επειδή δεν ήταν μεγαλόσωμος, στο γνωστό πνεύμα της εκπαίδευσης και της σκληραγώγησης, αλλά ο Κλωνής ήταν πλέον 25 χρονών και από αυτά είχε δουλέψει στα 20, οπότε δεν ήταν ιδιαίτερα δεκτικός σε τέτοιου είδους εκπαίδευση, και δεν χρειαζόταν άλλη σκληραγώγηση. Πλακώθηκε με κάμποσους σκληροτράχηλους marines, και τελικά μετατέθηκε πίσω στο Στρατό Ξηράς. Φεύγοντας έκλεψε αυτά τα λουριά που χρησιμοποιούσαν οι πεζοναύτες για να δένουν το καμουφλάζ στα κράνη τους. Του άρεσαν πιο πολύ από το δίχτυ που έβαζαν στο στρατό ξηράς, κι αυτό ήταν το μόνο πράγμα που κράτησε από τους Πεζοναύτες.

Στη συνέχεια πήγε στη Γιούμα της Αριζόνα, όπου εκπαιδεύτηκε στην έρημο, και μετά επέστρεψε στη Βάση της Βιρτζίνια με το Στρατό. Η εκπαίδευσή του είχε πια τελειώσει, και περίμενε να ακούσει που θα τον στείλουν, πιθανότατα στον Ειρηνικό, όταν ένας βαθμοφόρος ήρθε και τον βρήκε και του ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. «Σου έχω άσχημα νέα», του είπε. «Οι Γερμανοί σκότωσαν την οικογένειά σου στην Ελλάδα. Δεν έζησε κανείς. Μπορείς, αν θέλεις, να πάρεις μια άδεια και να επιστρέψεις στο σπίτι σου στην Σαντα Φε». Ο Βαγγέλης δεν ήθελε να πάει στην Σάντα Φε, μπορούσε να κλάψει κι εκεί που ήταν. Ζήτησε μόνο ένα πράγμα: «Στείλτε με στην Ευρώπη. Θέλω να πάω στους Γερμανούς».

Ο πρώτος σταθμός του Κλωνή στον πόλεμο ήταν στην Βόρεια Αφρική. Πολέμησε στην Τυνησία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε ήδη ενσωματωθεί στην 1η Μεραρχία Πεζικού, η οποία «καθάρισε» αυτό το μέτωπο στις 9 Μαΐου του ’43, με την παράδοση 40.000 Γερμανών των «Afrika Korps». Στη συνέχεια η Big Red One προχώρησε στη Σικελία την οποία απελευθέρωσε, και μετά επέστρεψε στην Αγγλία, για να προετοιμαστεί για μια άλλη μεγάλη αποστολή: Την απόβαση στη Νορμανδία. Στο Σαουθάμπτον ο Κλωνής περνούσε την ώρα του κάνοντας βόλτες με τον Ιρλανδό φίλο του (το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο) και παίζοντας μπαρμπούτι. Πέρασε μερικούς μήνες σχετικά ξένοιαστους, με διαλείμματα έντασης όταν οι Γερμανοί αποφάσιζαν να βομβαρδίσουν. Σε έναν από τους βομβαρδισμούς, ο Βαγγέλης πήρε στα χέρια του ένα 12χρονο τραυματισμένο κορίτσι, και το πήγε στον Ερυθρό Σταυρό. Το κορίτσι πέθανε λίγα λεπτά αργότερα, και ο Βαγγέλης πήρε το θέμα προσωπικά: Καβάλησε ένα αντιαεροπορικό και άρχισε να ρίχνει Γερμανικά αεροπλάνα μόνος του.

Καθώς έμπαινε το καλοκαίρι του ’44, οι συμμαχικές δυνάμεις προετοιμάζονταν για την μεγάλη και κρίσιμη Επιχείρηση Overlord, που θα περιλάμβανε τη μαζική απόβαση στις ακτές τις Γαλλίας. Θα ήταν μια επιχείρηση δύσκολη, γιατί οι Γερμανοί την περίμεναν. Από την έκβασή της θα κρινόταν η πορεία του πολέμου. Στις 4 Ιουνίου του ’44, δύο μέρες πριν από την D-Day, ο Στρατηγός Άιζενχάουερ που είχε αναλάβει την διοίκηση της συμμαχικής στρατιάς, επισκέφθηκε τους στρατιώτες στο Σαουθάμπτον και κουβέντιασε μαζί τους. Ο Βαγγέλης έσπευσε να δώσει τα διαπιστευτήριά του, σε μια συνομιλία που μου μετέφερε ο γιος του: «Εγώ δεν είμαι Αμερικάνος», είπε. «Έρχομαι από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί σκότωσαν όλη μου την οικογένεια. Θα πάω στη μάχη, και δεν με νοιάζει αν πεθάνω». «Είσαι Αμερικάνος γιατί φοράς τη στολή μας», του απάντησε ο Άικ. «Θα πολεμήσεις για την καινούρια σου πατρίδα, αλλά μετά θα γυρίσεις, για να γευτείς τους καρπούς της νίκης». Και ο Βαγγέλης Κλωνής έκανε ακριβώς αυτό.

Μετά την απόβαση, τα αμερικανικά στρατεύματα διέσχισαν τη Γαλλία. Ο Βαγγέλης πολέμησε στη Μάχη των Αρδεννών στο παγωμένο Βέλγιο, μια πολύ σημαντική σύγκρουση, όπου οι Σύμμαχοι κινδύνευσαν να χάσουν τον πόλεμο. Μέχρι εκείνο το σημείο πιθανότατα εξακολουθούσε να υπηρετεί με την Big Red One, αλλά στα πράγματά του οι δικοί του βρήκαν και ένα άλλο σήμα, το σήμα των Tigers, που επισήμως ήταν γνωστοί ως 10η Μεραρχία Τεθωρακισμένων και επίσης συμμετείχαν στη Μάχη. Στα προσωπικά του αντικείμενα βρέθηκαν ακόμα τρεις διαφορετικές στολές, και τα στοιχεία συμφωνούν ότι υπηρέτησε επίσης στην 82η ( AA - All American ) και την 101η ( Screaming Eagles ) Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, και στην 654η Μεραρχία Πυροβολικού. Δεν υπάρχει ακόμα εξήγηση για το πώς ένας στρατιώτης θα μπορούσε να πολεμήσει με τόσες διαφορετικές Μεραρχίες. Οι ενδείξεις δείχνουν ότι η θητεία του Βαγγέλη Κλωνή δεν ήταν καθόλου τυπική ή φυσιολογική. Ο Κλωνής πολέμησε στην Αυστρία, την Πολωνία, τη Γερμανία, μπήκε στο Βερολίνο και το Παρίσι, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πήγε και στον Ειρηνικό. Για τίποτα από όλα αυτά δεν μιλούσε, όμως, δεμένος από όρκους και διαταγές. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνηγορούν ότι δεν ήταν ένας απλός φαντάρος. Πήρε ασυνήθιστα πολλά μετάλλια (η οικογένειά του αυτό τον καιρό προσπαθεί να εντοπίσει ακριβώς πόσα και ποια), και δέχτηκε και μια θερμότατη ευχαριστήρια επιστολή από τον Πρόεδρο Τρούμαν με ιδιόχειρη υπογραφή. Ο Νίκος Κλωνής έχει ρωτήσει δεκάδες βετεράνους, αλλά ακόμα δεν έχει βρει κανένα που έλαβε τέτοια επιστολή μετά τον πόλεμο.

Κάτι άλλο που ξέρουμε είναι ότι κάποια στιγμή, το 1945, βρέθηκε έξω από το Βερολίνο και, υψηλόβαθμος πλέον, πήρε μια απόφαση που έμελλε να τον οδηγήσει στο στρατοδικείο. Σύμφωνα με την ιστορία που εξομολογήθηκε στους γιους του, η ομάδα του, που συνοδευόταν από τεθωρακισμένα, είχε αποκλειστεί από έναν ορμητικό χείμαρρο που είχε 6-7 μέτρα βάθος, και δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ήξεραν ότι μια μεγάλη δύναμη Γερμανών πλησίαζε –υπολόγιζαν ότι είχαν δύο ώρες να απομακρυνθούν πριν τους φτάσουν, αλλά δεν μπορούσαν να περάσουν το χείμαρρο. Σε εκείνο το σημείο είχε γίνει μια μάχη, και υπήρχαν πολλοί νεκροί τριγύρω. «Ήταν απάνθρωπο», ομολόγησε ο Βαγγέλης Κλωνής, «αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Δυο ώρες είχαμε. Κατ τότε το μυαλό μου πήρε μια κεφαλλονίτικη στροφή». Έδωσε τη διαταγή, και οι φαντάροι γέμισαν το χείμαρρο με πτώματα Αμερικάνων και Γερμανών, για να μπορέσουν να περάσουν τα τεθωρακισμένα από πάνω τους.

Λίγους μήνες αργότερα, στην οικογένεια του Πομόνη έφτασε ένα γράμμα από το Υπουργείο Αμύνης: Η κυβέρνηση, μετά λύπης, ενημέρωνε τους συγγενείς και τους φίλους ότι ο Βαγγέλης είχε σκοτωθεί. Στο εστιατόριο έγινε ένα μεγάλο μνημόσυνο, και όλοι οι Έλληνες περνούσαν από εκεί για να κλάψουν. Μόνο σε μια γωνιά καθόταν και έπινε ένας Κεφαλονίτης, ο Θεοδωράτος, και έμοιαζε να μην ασχολείται. Τον ρώτησαν γιατί δεν λυπάται για τον φίλο του, και αυτός τους κοίταξε και απάντησε: «Τι να σας πω ρε μαλάκες. Αυτός ζει. Μια των ημερών θα ανοίξει την πόρτα και θα μπει μέσα. Είναι μεγάλος κερατάς. Λένε μαλακίες αυτοί, δεν τον πιάνει σφαίρα το Βαγγέλη. Δεν του κάνω μνημόσυνο εγώ». Το Γενάρη του 1946, ο Βαγγέλης Κλωνής βγήκε μαζί με τους άλλους βετεράνους από το λεωφορείο και προχώρησε προς το μαγαζί του στη Σάντα Φε. Είχε χάσει την μεταλλική του ταυτότητα, και την είχαν βρει δίπλα σε ένα πτώμα.

Μετά τον πόλεμο ο Βαγγέλης συνέχισε να δουλεύει με τους Πομόνηδες, και πάντα έστελνε λεφτά στο θείο του, τον Γεράσιμο Στάβερη στην Ελλάδα. Ένα απόγευμα, όταν πήγε στο μαγαζί να δουλέψει, ένας άλλος κεφαλλονίτης που δούλευε εκεί τον πλησίασε και του έδωσε ένα γράμμα. Από την Ελλάδα.

Το γράμμα έγραφε: «Αγαπημένε μας Βαγγέλη. Δεν ξέρουμε που είσαι, εδώ και 6-7 χρόνια. Ο Στάβερης μας βοηθά, αλλά δεν ξέρουμε αν είσαι καλά και που βρίσκεσαι. Εμείς είμαστε καλά. Περάσαμε δύσκολες στιγμές στο πόλεμο, αλλά είμαστε όλοι καλά, και θέλουμε να σε δούμε. Οι γονείς σου». Ο Βαγγέλης δεν δούλεψε εκείνο το απόγευμα. Πήρε μια μπουκάλα ουίσκι και έκατσε σε μια γωνιά με ένα φίλο και έκλαιγε. Όπως είπε αργότερα: «Έκανα και ένα μνημόσυνο για τους Γερμανούς. Σκότωσα πολλούς που δεν έπρεπε να σκοτώσω».

Το 1950, ο Βαγγέλης γύρισε στην Κεφαλονιά και είδε ξανά την οικογένειά του. Ένα από τα πρώτα πράγματα που του είπε η μάνα του ήταν: «Ξέρω ότι κυνηγάς τις γυναίκες και αυτές σε κυνηγάνε, αλλά πρέπει να βρεις μια να παντρευτείς, για να μη γυρνάς σα ρεμάλι». Και βάλθηκε να τον παντρολογεί σε όλο το νησί, καθώς είχε φτάσει πια τα 34, και ήθελε να τον δει γαμπρό. Ο Βαγγέλης όμως είχε συνηθίσει τις πολλές και όμορφες γυναίκες, και της ξεκαθάρισε ότι θα πρέπει να βρεθεί κάτι πολύ ιδιαίτερο για να τον κάνει να παντρευτεί. Από όσες έβλεπε δεν του άρεσε καμία, μέχρι που πήγε στη Σκάλα και είδε την Κική.

«Όταν τον είδα, εμένα μου άρεσε», θυμάται η Κική Κλωνή, το γένος Κουρκουμέλη, η γυναίκα του. «Ήταν πολύ όμορφος, σαν movie star, σαν τον Κλαρκ Γκέιμπλ, και ακόμα καλύτερος. Ήταν κεφαλλονίτης μάγκας». Ο Βαγγέλης όταν την είδε ζήτησε να πάει αμέσως στο σπίτι του πατέρα της. Μέσα σε μια εβδομάδα είχαν αρραβωνιαστεί. Μέσα στο μήνα παντρεύτηκαν. Επέστρεψαν στην Αμερική, και έκαναν τρία παιδιά, στη Σάντα Φε. Κάποια στιγμή η JC Penney’s έκανε μια μεγάλη προσφορά και νοίκιασε το κτίριο του εστιατορίου του Πομόνη, έτσι ο Βαγγέλης έμεινε χωρίς δουλειά. Τα παιδιά πλησίαζαν και την σχολική ηλικία, οπότε πήρε την απόφαση: «Θέλω να πάω τα παιδιά στην Κεφαλονιά, να κάνουμε άλλη μια γενιά Έλληνες».

Η οικογένεια επέστρεψε στην ρημαγμένη από το σεισμό Κεφαλονιά, και πιθανότατα θα έμεναν για πάντα εδώ, αν δεν ερχόταν η χούντα. Το καθεστώς απαιτούσε τα παιδιά να πάνε στρατό, έτσι ο Κλωνής πήρε την οικογένεια και ξαναγύρισε στη Σάντα Φε. Ο Βαγγέλης είδε τα παιδιά του να μεγαλώνουν –ο μεγαλύτερος, ο Άγγελος, έχει σπουδάσει πυρηνική φυσική και δουλεύει στο Ναυτικό. Ο Νίκος, ο δεύτερος, κρατά το μπαρ Evangelo’s στο κέντρο του Σάντα Φε, που ο Βαγγέλης άνοιξε το ’70. Ο Δήμος, ο τρίτος, είναι καρδιολόγος. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να λέει ιστορίες από τη ζωή του στον πόλεμο, ψήγματα πληροφοριών που έδιναν στα παιδιά και τους φίλους του μια άλλη εικόνα για τον πατέρα τους.

Όσο κι αν προσπαθούσε να τις ξεχάσει, οι εμπειρίες του από τον πόλεμο τον είχαν σημαδέψει. «Μερικές φορές, όταν έβλεπε ταινίες για τον πόλεμο στην τηλεόραση, έκλαιγε», θυμάται η γυναίκα του. «Μερικές φορές γινόταν νευρικός και μόνο που τα σκεφτόταν». Ο Βαγγέλης δεν ξαναταξίδεψε με αεροπλάνο, και δεν συμπαθούσε τη φασαρία. «Την ηρεμία την έβρισκε μόνο στη Σάντα Φε και στα Κοριάνα, στην Κεφαλονιά», θυμάται η Πελαγία Στεφανάτου, η κόρη του Σπύρου. Παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος εξακολουθούσε να μοιάζει μια παρένθεση στη ζωή του, και οι γνωστοί του την αντιμετώπιζαν ως τέτοια, χωρίς να δίνουν πολλή σημασία. Είχαν τον Κλωνή στο μυαλό τους ως αυτό τον γλετζέ, γοητευτικό, εξωστρεφή Έλληνα, που βωμολοχούσε ακατάσχετα και λάτρευε τις παρέες και τα τραγούδια.

Ο Βαγγέλης Κλωνής πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1989. Κηδεύτηκε στα Κοριάνα, και όλοι όσοι τον ήξεραν κράτησαν μαζί τους ο καθένας τη δική του, προσωπική εικόνα γι’ αυτόν. Υπήρχε όμως μια άλλη εικόνα, πολύ διάσημη, που κυκλοφορούσε εδώ και χρόνια, αλλά κανείς δεν την είχε συνδέσει με τον Βαγγέλη. Μέχρι το 1991. «Μια μέρα», θυμάται η Κική Κλωνή, «είχα πάει με το Νίκο και τα εγγόνια μου στο εμπορικό κέντρο. Ο Νίκος είχε πάει να πάρει περιοδικά, κι εγώ πήγα με τα εγγόνια για να τους πάρω παιχνίδια. Κάποια στιγμή βλέπω το Νίκο να έρχεται τρέχοντας. «Μάνα τρέχα!» φώναζε. «Ο πατέρας!» Και εκεί, στο εξώφυλλο του περιοδικού Life, ήταν ο άντρας μου, με στρατιωτικό κράνος και ένα τσιγάρο στο στόμα, και κοίταζε βλοσυρά προς τα πίσω».



Ο Γιουτζιν Σμιθ γεννήθηκε το 1918 στο Κάνσας, και εμφάνισε μια κλίση προς τη φωτογραφία από πολύ μικρή ηλικία. Μεγαλώνοντας έγινε ένας από τους καλύτερους φωτορεπόρτερ που έζησαν ποτέ, δούλεψε για το Life, το Newsweek, και άλλες μεγάλες εκδόσεις, αποκτώντας τη φήμη του λεπτολόγου καλλιτέχνη, που ήταν πρόθυμος να δουλέψει ακόμα και δύο εβδομάδες πάνω σε μια φωτογραφία για να βγάλει το αποτέλεσμα που θέλει. Πήρε διάσημες φωτογραφίες από τον πόλεμο, ανάμεσα στις οποίες και δύο λήψεις του Βαγγέλη Κλωνή: Η φωτογραφία με το τσιγάρο, και η εικόνα με το παγούρι, η οποία πριν από λίγα χρόνια έγινε γραμματόσημο στις ΗΠΑ.

«Ο Γιουτζίν Σμιθ ήταν ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος», μου εξηγεί ο Τζέιμς Ένιαρτ, καθηγητής φωτογραφίας στο Κολέγιο της Σάντα Φε, που τον ήξερε καλά. «Είχε δαίμονες που τον κατάτρεχαν σε όλη του τη ζωή. Ήταν μια ψυχή βασανισμένη, αλλά μπορεί αυτοί οι δαίμονες να τροφοδοτούσαν την ιδιοφυία του». Ο Ένιαρτ έζησε μαζί με τον Σμιθ τα τελευταία χρόνια της ζωής του, και ήταν δίπλα του όταν πέθανε. Έχει ήδη γράψει ένα μεγάλο βιβλίο για το έργο του, και τώρα έχει ξεκινήσει έρευνες για ένα νέο βιβλίο, στο οποίο θα μελετά τη ζωή του Σμιθ παράλληλα με τη ζωή ενός από τα θέματά του: Του Βαγγέλη Κλωνή.

«Αυτοί οι άντρες είχαν πολλές ομοιότητες», μου λέει. «Ήταν εικονοκλάστες, αψηφούσαν το θάνατο, ήταν πολύ συναισθηματικοί, διψούσαν για περιπέτεια». Είχαν ακόμα παρόμοια ηλικία και έζησαν από πολύ κοντά τον πόλεμο –και κάποια στιγμή, κατά τη διάρκειά του, συναντήθηκαν.
Αυτή η συνάντηση είναι άλλο ένα μεγάλο μυστήριο.

Οι δύο φωτογραφίες του Σμιθ φέρεται ότι πάρθηκαν στο νησί Σαϊπάν του Ειρηνικού, όπου έγινε μία από τις σημαντικότερες Αμερικανο-Ιαπωνικές μάχες του πολέμου. Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως: Η απόβαση στο Σαϊπάν έγινε στις 15 Ιουνίου του 1944, εννέα μέρες μετά την απόβαση στη Νορμανδία.

«Το πιο πιθανό είναι ότι ο Κλωνής έφτασε εκεί κάποια στιγμή σε μια μυστική αποστολή», λέει ο Ένιαρτ. «Αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε ακόμα. Ξέρω ότι ο Σμιθ ταξίδευε συχνά, και απλά πρέπει να ερευνήσουμε τα ταξίδια του και όποια στοιχεία μπορούμε να βρούμε για την θητεία του Κλωνή, ώστε να μάθουμε πότε και που πάρθηκαν οι φωτογραφίες». Στην πορεία, ο Ένιαρτ ελπίζει να μάθει περισσότερα για την υπηρεσία του Κλωνή στον πόλεμο. «Οπωσδήποτε δεν ήταν μια τυπική θητεία», μου λέει. «Συμμετείχε σε υπερβολικά πολλά θέατρα επιχειρήσεων, και είχε εκπαιδευτεί για να χρησιμοποιεί σχεδόν όλα τα όπλα και όλα τα οχήματα –μπορούσε να οδηγεί ακόμα και τανκ. Φαίνεται πως ήταν κομάντο στις Ειδικές Δυνάμεις». Τα παιδιά του Βαγγέλη Κλωνή έχουν αρχίσει ήδη να ψάχνουν όποια στοιχεία μπορούν να βρουν για τη θητεία του πατέρα τους, για να διευκολύνουν την έρευνα του Ένιαρτ, και για να μάθουν την αλήθεια. Το αποτέλεσμα, όποιο κι αν είναι, θα είναι συναρπαστικό: Θα είναι η πλήρης, αληθινή ιστορία ενός Έλληνα ήρωα.

Όλα ήταν ματωμένα. Το κύμα που έσκαγε στην αμμουδιά ήταν κόκκινο. Η αμμουδιά ήταν κόκκινη. Και μετά, όταν όλα τελείωσαν, η αμμουδιά δεν φαινόταν, είχε κρυφτεί από τα πτώματα, που στην άκρη της θάλασσας παρασέρνονταν από το κόκκινο κύμα σε ένα μακάβριο λίκνισμα.

Ο Ιρλανδός ήταν δίπλα του στην αρχή. Σέρνονταν μαζί, σαν ένας άνθρωπος, πάνω στην άμμο της Όμαχα Μπιτς, ενώ γύρω τους το μόνο που ακουγόταν ήταν οι σφαίρες: Σφαίρες που σφύριζαν στον αέρα, σφαίρες που καρφώνονταν στην παραλία με ένα κούφιο «παφ» τινάζοντας την άμμο, σφαίρες που έσκαγαν στο νερό και διαπερνούσαν τα σκάφη Χίγκινς, σφαίρες που έσκιζαν σάρκες και τσάκιζαν κόκαλα. Μία σφαίρα βρήκε τον Ιρλανδό στο μέτωπο και διέλυσε το κεφάλι του. Τα μυαλά του χύθηκαν πάνω στον Βαγγέλη.

Την 6η Ιουνίου του 1944, στην δεύτερη από τις πέντε παραλίες όπου θα γινόταν η απόβαση της Νορμανδίας, την επονομαζόμενη Όμαχα Μπιτς, μόνο ένας από τους λόχους του αμερικανικού στρατού αποβιβάστηκε στο σημείο που έπρεπε. Μόνο δύο από τα 29 τανκς που θα πλαισίωναν την απόβαση έφτασαν στην ακτή. Οι βομβαρδισμοί των προηγουμένων ημερών είχαν αστοχήσει τελείως, και έτσι πλήρεις Γερμανικές δυνάμεις φυλούσαν τους λόφους πάνω από την παραλία, και ξερνούσαν μολύβι στους αβοήθητους φαντάρους της Big Red One.

Από τους εκατό πρώτους που πάτησαν στην αμμουδιά, οι 87 σκοτώθηκαν. Μέχρι το μεσημέρι, όταν όλα ήταν κόκκινα και τα πτώματα είχαν καλύψει τα πάντα, μια χούφτα επιζώντες προσπαθούσε να ξεκολλήσει από την παραλία και να καλυφτεί στους πρόποδες των λόφων. Ο Βαγγέλης Κλωνής ήταν εκεί, μέσα στο σφαγείο, και σκεφτόταν την Κεφαλονιά. Πιθανότατα σκεφτόταν ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ. Θα επιζούσε, όμως, και θα γυρνούσε ξανά το νησί του, και θα ζούσε μια μεγάλη και γεμάτη ζωή, με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, και θα κρατούσε για πάντα τη φωτογραφία του Ιρλανδού στο πορτοφόλι του, και θα γέλαγε και θα φώναζε και θα έπινε, και θα έβριζε σε κάθε ευκαιρία αγίους, Χριστούς και Παναγίες, και η Κική του θα του φώναζε «Θα σε κάψει ο Θεός Βαγγέλη», κι αυτός θα της απάνταγε:

«Δεν με έκαψε στη Νορμανδία, τώρα θα με κάψει;»

Τι έγινε παρακάτω: Οι έρευνες του Ένυαρτ είχαν αποτέλεσμα: Διαβάστε σ’ αυτό εδώ το (μεγαλούτσικο) άρθρο για την αναζήτηση της αλήθειας, και το πώς βρέθηκε ο Κλωνής στη Σαϊπάν λίγες μέρες μετά τη Νορμανδία.

ΠΗΓΕΣ:
Ινφογνώμων Πολιτικά
ΕΛΛΗΝVSΧΑΟΣ
georgakopoulos.org

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Αθήνα: Η χειρότερη πόλη της Ευρώπης...

Καλησπέρα,
το νέο άρθρο στο ιστολόγιο Πολιτική Ανάλυση, ασχολείται με την έρευνα του Economist, η οποία κατατάσσει την Αθήνα στην χειρότερη θέση στην Ευρώπη, όσο αφορά την ποιότητα ζωής.

Για να διαβάσετε το άρθρο, κάντε κλικ ΕΔΩ

Τα σχόλιά σας είναι ευπρόσδεκτα

Ευχαριστώ

Γιώργος Φακίτσας

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

Ελλήνων Χώρος

Η Ζωή έχει γίνει απαιτητική, ο Χρόνος "τρέχει" με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι ας ξέρω ότι είναι στάσιμος. Δυστυχώς, έχω μπλεχτεί κι εγώ στα δίχτυα του σύγχρονου τρόπου δια(επι)βίωσης κι ας ξέρω ότι είναι δικό μου λάθος.
Έτσι, μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες, το ιστολόγιο μου, έμεινε ορφανό.

Πέρασαν πολλά από το μυαλό μου. Να το παρατήσω έτσι απλά, σαν αδέσποτο.
Μέχρι και να το στείλω στη λήθη, στο χρονοντούλαπο της προσωπικής μου ιστορίας.
Η καρδιά μου δεν άντεξε τις σκέψεις του ακρωτηριασμού.

Αποφάσισα, να το κρατήσω ζωντανό.
Έστειλα προσκλήσεις σε ιστολόγους να λάβουν κι αυτοί μια θέση μαζί μου. Ανθρώπους που θεωρώ ότι είναι Έλληνες. Φίλους που θα τιμήσουν τον Χώρο μου και θα με βοηθήσουν να τον κάνουμε Χώρο μας.

Το λέει το όνομα του. Ελλήνων Χώρος.

Θέλω να ευχαριστήσω
τον DenTriv
την Ρία
τον Νίκο
τον Διονύση Λαμπαδάριο
τον kυκεΩNing
τον Γιώργο Φακίτσα
και τον αγαπημένο μου φίλο Ιάσιο
που αποδέχτηκαν την πρόσκληση μου, που με εμπιστεύτηκαν
έτσι χωρίς ερωτήσεις, χωρίς να ξέρουν τίποτα, χωρίς προειδοποίηση.

Τους ευχαριστώ όπως και όλους όσους κάνουν σπίτι τους τον Ελλήνων Χώρο.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Τα καταφέραμε?

Γεια σας,

το νέο άρθρο στο ιστολόγιο Πολιτική Ανάλυση, σχολιάζει την αποχή από τις εκλογές της Κυριακής. Μπορείτε να το διαβάσετε, κάνοντας κλικ ΕΔΩ...

Σας ευχαριστώ

Γιώργος Φακίτσας

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Οι θυσίες των λίγων, οι ανάγκες των πολλών.


Θέλει μαγκιά για να προκαλείς το πολιτικό κόστος

Πάϊκος Β.

Εφημερίδα Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, Ημερομηνία δημοσίευσης: 31/05/2009
Θα μπορούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε που έπιανε τα 17άρια και τα 18άρια στις δημοσκοπήσεις, να επιχειρήσει να κεφαλαιοποιήσει το έχει του. Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνε, θα μπορούσε όμως να το προσπαθήσει. Όπως θα 'κανε άλλωστε στη θέση του κάθε συμβατική πολιτική δύναμη. Θα μπορούσε ας πούμε να στρογγυλέψει την πολιτική του, να λειάνει τις γραμμές του, να γίνει πολυσυλλεκτικότερος. Να αρέσει στους πολλούς. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να μην το κάνει. Παρά τις πολλές και πιεστικές περί του αντιθέτου εισηγήσεις. Εισηγήσεις από άσπονδους αλλά κι από ειλικρινείς φίλους του. Επέλεξε να μην αλλοιώσει τη φυσιογνωμία του. Ξέροντας, προφανώς, ότι θα κληθεί να πληρώσει το κόστος...
Αν απαιτεί κάτι πάνω απ' όλα ο πολίτης από τις πολιτικές δυνάμεις, είναι να μην λογαριάζουν το λεγόμενο πολιτικό κόστος. Ιστορικά και επί παντός. Είναι άραγε ειλικρινής ο πολίτης ως προς αυτή του την απαίτηση; Όχι πάντα κι όχι απολύτως. Δεδομένου ότι είναι ο ίδιος που στέλνει τον λογαριασμό στα κόμματα με βαριές συνήθως εγγραφές στη στήλη "χρεώσεις".

Όμως το χρέος των πολιτικών δυνάμεων παραμένει. Ανεξαρτήτως συνεπειών. Ε, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ στάθηκε συνεπής απέναντι σ' αυτό το χρέος. Ιδιαίτερα πάνω σε δύο ζητήματα που αποτέλεσαν δοκιμασία σκληρή για τη συνέπειά του. Και, κατά πάσαν εκτίμηση, σημεία αιχμής για την εξέλιξη της επιρροής του. Πρόκειται για τη δεκεμβριανή εξέγερση της ελληνικής νεολαίας και για το γήπεδο του Παναθηναϊκού.
Πολλοί αποδίδουν τη δημοσκοπική του κάμψη στην όχι "καθώς πρέπει" συμπεριφορά του πάνω σ' αυτά τα δύο ζητήματα. Και μάλλον δεν έχουν άδικο. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήριζε "εξέγερση" τον ξεσηκωμό των νέων τον περασμένο Δεκέμβρη, δεχόταν τις κατάρες πολιτευόμενων και τηλεσχολιαστών. Όταν επιχειρούσε να διαβάσει σε βάθος τα αίτια της οργής της ελληνικής νεολαίας, ταξινομήθηκε από τους καλοθελητές στην κατηγορία των κουκουλοφόρων. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, των προστατών τους.
Όταν με κατηγορηματικότητα και σαφήνεια προέβαλε τις πάγιες αρχές του κατά της χρήσης βίας στους πολιτικούς αγώνες, κατηγγέλλετο επειδή δεν υπογράφει "πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων" και "δηλώσεις μετανοίας" με τις διατυπώσεις ακριβώς που επιθυμούσαν ο Παυλόπουλος, ο Πάγκαλος, η Παπαρήγα, ο Καραμανλής και ο Πρετεντέρης
.
Τι κι αν οι απόψεις που τότε υποστήριξε ο ΣΥΡΙΖΑ δικαιώθηκαν καθ' όλη τη γραμμή; Τι κι αν το σύνολο σχεδόν των αναλυτών προσχώρησε σ' εκείνες τις απόψεις σε κείμενα που τότε κι ακόμη γράφονται; Τι κι αν ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας χαρακτήρισε, προ μηνός από τη Φινλανδία, "ελπιδοφόρα εξέγερση οργής" το δεκεμβριανό κίνημα των νέων; Τώρα είναι όλα καλά και, προπάντων, εύκολα. Τότε, πάνω στην κάψα, ήθελε κότσια, ήθελε πολιτική μαγκιά για να τα πει κανείς. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε πως την έχει τη μαγκιά...
Στις καλές παραδόσεις της σύγχρονης αριστεράς
Δεν είναι πολύ συνηθισμένο και, σίγουρα, δεν είναι ανώδυνο για κάποιον πολιτικό αρχηγό να βλέπει να σηκώνονται πανό εναντίον του σε ποδοσφαιρικά γήπεδα. Δεν είναι πολύ συνηθισμένο και, σίγουρα, δεν είναι ανώδυνο για το όποιο κόμμα να βλέπει "αγανακτισμένους" να περικυκλώνουν τα γραφεία του. Έχουμε δει κι αν έχουμε δει περιπτώσεις όπου πολιτευόμενοι της εξουσίας έφτιαξαν ειδικούς νόμους, καταφανώς ζημιογόνους για το κοινωνικό σύνολο, προκειμένου να κολακεύσουν οπαδικά αισθήματα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την επαρχία. Και δεν είναι ασφαλώς εύκολο ούτε ανώδυνο για έναν πολιτικό αρχηγό να καταγγέλλεται επί μήνες από δημάρχους, από υπουργούς, από επικεφαλής δημοτικών παρατάξεων κι από "πολυμετοχικούς" ότι σαμποτάρει και στην πράξη ακυρώνει την κατασκευή του γηπέδου του Παναθηναϊκού.

Δεν είναι εύκολο, όμως ο Τσίπρας και ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξαν. Όχι απλώς αποδεχόμενοι, αλλά κυριολεκτικά προκαλώντας το πολιτικό κόστος. Σήμερα δικαιώθηκαν απολύτως. Όμως ποιος το ξέρει και ποιος το μετράει; Ποιος αποτιμά πολιτικά το γεγονός ότι, καθώς όλα δείχνουν, το γήπεδο θα γίνει χωρίς τον Βωβό καπέλο; Κι ότι αυτό ως κοινωνία το χρωστάμε στον Τσίπρα, στον ΣΥΝ, στον ΣΥΡΙΖΑ και στους ευαίσθητους πολίτες που τότε αντέδρασαν;
Τότε, στις δύσκολες στιγμές, ήθελε κότσια, ήθελε πολιτική μαγκιά για να τα πει έτσι κανείς. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε πως την έχει τη μαγκιά...
Καμιά συμβατική πολιτική δύναμη δεν θα συμπεριφερόταν μ' αυτόν τον τρόπο σε ανάλογες προκλήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ το τόλμησε ακριβώς επειδή διεκδικεί τον χαρακτήρα του αντισυμβατικού. Πρόκειται εξάλλου για την ιστορική ειδοποιό διαφορά της σύγχρονης αριστεράς. Και των θεωρούμενων ως πολιτικών προπατόρων του σημερινού ΣΥΝ. Αρκεί να κάτσει κανείς και ν' αναμετρήσει για πόσα πλήρωσαν βαρύ κόστος και σε πόσα εκ των υστέρων δικαιώθηκαν το ΚΚΕ εσωτερικού κι ο Λεωνίδας Κύρκος. Και θα καταλάβει...
Είναι αρκετοί όσοι σήμερα, με καλή προαίρεση οι περισσότεροι, παραπονούνται επειδή η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ χτύπησε τη γροθιά στο μαχαίρι τότε. Επειδή δε λογάριασε το πολιτικό κόστος. Επειδή το πληρώνει στις δημοσκοπήσεις, επειδή μπορεί να το πληρώσει και στην κάλπη. Ε, λοιπόν, ο κόσμος της σύγχρονης αριστεράς, που ως τέτοιος δεν μπορεί να σκέφτεται πολιτικάντικα, είναι υπερήφανος γι' αυτό ακριβώς. Επειδή ο πολιτικός χώρος αναφοράς του, μη λογαριάζοντας το πολιτικό κόστος, χτύπησε τη γροθιά στο μαχαίρι. Κι ας μάτωσε...

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Διαβάζουν οι πολιτικοί τα αποτελέσματα των εκλογών?

Γεια σας,
το νέο άρθρο στο ιστολόγιο Πολιτική Ανάλυση, ασχολείται με το θέμα του τίτλου και μπορείτε να το διαβάσετε, κάνοντας κλικ ΕΔΩ

Σας ευχαριστώ

Γιώργος Φακίτσας

Ελληνικά Ιστολόγια

Ενδιαφέροντα Blogs / Sites

ο Σκουπιδιάρης Πεντάεδρον  aw2
Αρχιπέλαγο ΥΣΕΕ Δωδεκάθεον Έλληνες Εθνικοί του Καναδά Πολυτονικό